Κεντρική σελίδα 2000-2009 ΟΙ 100 ΤΑΙΝΙΕΣ ΤΗΣ ΔΕΚΑΕΤΙΑΣ 2011-2012 ΟΙ Ταινιες Της Σεζον 2012-2013 ΟΙ Ταινιες Της Σεζον 53ου Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης 70ες Χρυσές Σφαίρες (2013) - Υποψηφιότητες JAME BOND 007 SKYFALL LIVE Ταινιες Top 20 Trailer Αφιερώματα Βραβείων Oscar 2013 Υποψηφιότητες Επικαιρότητα Επιλεγμένες Ταινίες στην Τηλεόραση Επιλογές Κριτικες Ταινιων Παίζονται Τώρα Σύντομα Στις Αίθουσες

Κριτικες Ταινιων

The Host
Το Σώμα - 2013

alt

Παρασιτικά εξωγήινα όντα που ονομάζονται "Souls" έχουν εισβάλλει στη γη και προσπαθούν να ελέγξουν τα μυαλά των ανθρώπων. Η Melanie Stryder έχει κι αυτή ένα "επισκέπτη" στο σώμα της, που όμως δένεται μαζί της και, αντί να εκπληρώσει την αποστολή του, ενώνει τις δυνάμεις του με την Melanie για να βοηθήσει τους ανθρώπους που είναι ακόμα ελεύθεροι.

Η επόμενη κίνηση της συγγραφέως Stephenie Meyer, γνωστής από τη βαμπιρική σειρά "Twilight", είναι το «The Host» και αναμένεται να γίνει η νέα τριλογία που θα ενθουσιάσει το νεανικό κοινό. Σε αυτό βασίζεται και η ομώνυμη ταινία σε σκηνοθεσία Andrew Niccol. Πρωταγωνιστεί η ανερχόμενη Saoirse Ronan («Hanna»).

Scary Movie 5
Scary Movie 5 - 2013

alt

Δεκατρία χρόνια μετά την κυκλοφορία του πρώτου «Scary Movie», η κλασσική πλέον σειρά κωμικών ταινιών τρόμου, εξακολουθεί να διακωμωδεί και να αποδομεί τις καλύτερες - αλλά και τις χειρότερες - στιγμές του Χόλιγουντ με τον πιο εξωφρενικό τρόπο. Στο στόχαστρο μπαίνουν, αυτή τη φορά, πολλές ταινίες που έχουν προβληθεί πρόσφατα στις σκοτεινές αίθουσες, όπως τα «Paranormal Activity», «Black Swan», «Inception», «Sinister» και πολλές ακόμα. Έτσι, παρακολουθούμε το ευτυχισμένο ζεύγος, Dan και Jody, όταν αρχίζουν να διαισθάνονται μια περίεργη δραστηριότητα στο σπίτι τους μόλις επιστρέφουν από το νοσοκομείο με το νεογέννητο μωρό τους. Το χάος γρήγορα θα εξαπλωθεί και στις δουλειές τους και ο "τρόμος" δεν θα έχει τελειωμό.

Ο σκηνοθέτης Malcolm Lee και ο σεναριογράφος και παραγωγός David Zucker («Scary Movie 3» & «Scary Movie 4») επαναφέρουν στη μεγάλη οθόνη την κωμική σειρά τρόμου που έδωσε νέα οπτική στο είδος των θρίλερ, με εισπράξεις που αγγίζουν, μέχρι στιγμής, τα 800$ εκ. παγκοσμίως.

The Place Beyond The Pines
Στο Τέλος Του Δρόμου - 2012

alt

O Handsome Luke (Ryan Gosling) είναι κασκαντέρ μοτοσικλέτας. Βγάζει το μεροκάματό του στο "γύρο του θανάτου" και περνάει τις μέρες του στο περιοδεύον λούνα παρκ όπου δουλεύει. Γεμάτος τατουάζ, με αλήτικο ύφος και στυλ, ζει τυχοδιωκτικά, μην έχοντας τίποτα να νοιαστεί εκτός από τη μοτοσικλέτα του. Μέχρι που μαθαίνει ότι έχει ένα γιο. Όσο απροσδόκητα μαθαίνει το νέο, τόσο απροσδόκητα αποφασίζει και να αλλάξει τρόπο ζωής. Θέλοντας να μη μεγαλώσει ο γιος του χωρίς πατέρα, όπως μεγάλωσε ο ίδιος, θέλει να έχει ενεργό ρόλο στη ζωή του μικρού. Έξω από τα νερά του, κάνει σπασμωδικές κινήσεις κι απανωτές λάθος επιλογές, προσπαθώντας να χωρέσει στην "κανονική" οικογενειακή ζωή της μητέρας του παιδιού του.

Ο Avery Cross (Bradley Cooper) είναι ένας φέρελπις, "ηθικών αρχών" αστυνομικός. Γίνεται ήρωας από σύμπτωση, όταν βρίσκεται στο δρόμο του παραστρατημένου Luke. Θέλει να μεγαλώσει μακριά από την καταπιεστική σκιά του πατέρα του και να προσφέρει στην γυναίκα και το γιό του μια καλή, ήρεμη ζωή, έχοντας πάντα τα χέρια του "καθαρά". Γρήγορα όμως συγκρούεται μετωπικά με τη διαφθορά της αστυνομίας και της εξουσίας και καταλαβαίνει ότι οι "σωστές" επιλογές δεν είναι αυτές που νόμιζε, υποκύπτοντας στο σύστημα που ξεκίνησε πολεμώντας.

Ο AJ και ο Jason είναι οι γιοι τους. Ο μεν AJ μεγαλωμένος στην αδιαφορία μιας οικογένειας που ασχολείται πιο πολύ με τις επαγγελματικές επιτυχίες, παρά με το μεγάλωμα του γιου της, ο δε Jason μεγαλωμένος στο περιθώριο μιας κοινωνίας που δεν ασχολείται αρκετά με οικογένειες που παλεύουν για να βγάζουν προς το ζην. Ξεκινώντας από διαφορετικές αφετηρίες, τα μονοπάτια τους καταφέρνουν, όπως ακριβώς αυτά των πατεράδων τους, να διασταυρωθούν. Η συνάντησή τους δεν θα είναι, φυσικά, χωρίς συνέπειες, οι οποίες δεν μπορεί παρά να είναι καταστροφικές, αλλά και, πιθανόν, λυτρωτικές.

Ένα τρίπτυχο, τρεις ιστορίες ανδρών διαφορετικών ηλικιών, διαφορετικών αρχών και διαφορετικών προορισμών, με μια λεπτή γραμμή που άθελά τους, τους ενώνει. Τα στοιχεία της αρχετυπικής αμερικάνικης ιστορίας είναι εκεί: μικροί άνθρωποι, μεγάλα όνειρα, μονοπάτια που διασταυρώνονται, επιθυμίες που συγκρούονται, ελπίδες που διαψεύδονται και, τέλος, η αναπόφευκτη πτώση που όμως συνοδεύεται από ένα νέο ξεκίνημα. Τα στοιχεία μιας αρχαιοελληνικής τραγωδίας είναι επίσης εκεί: οι αμαρτίες των γονέων που βαραίνουν τις επόμενες γενιές, η αναπόδραστη μοίρα που βρίσκει τρόπους να ολοκληρώσει το έργο της παρά τις προσπάθειες των ανθρώπων, η ύβρις, η τιμωρία και η λύτρωση.

Ο Derek Cianfrance (σκηνοθέτης/σεναριογράφος του πολύ αγαπημένου «Blue Valentine»), αφήνει πίσω του τις μικρές ιστορίες και καταπιάνεται με μια επικότερων διαστάσεων αφήγηση. Όπως και στο «Blue Valentine», ξέρει να αλλάζει ανεπαίσθητα αλλά καίρια το ύφος και τον τόνο της σκηνοθεσίας του, ανάλογα με την ιστορία που αφηγείται, ενώ χαρακτηριστική είναι και η ικανότητά του να πλάθει όμορφες εικόνες, ανακατεύοντας σε ιδανικές δόσεις απαλά χρώματα αισιοδοξίας και μουντούς τόνους μελαγχολίας. Οι ερμηνείες είναι πολύ δυνατές, με τον Ryan Gosling να τελειοποιεί τον ρόλο του πληγωμένου cool που πρωτοενσάρκωσε ιδανικά στο «Drive», τον Bradley Cooper να παραδίδει επιτέλους μια πραγματικά αξιοπρόσεκτη, διακριτική αλλά δυνατή ερμηνεία (κλάσεις ανώτερη από την υπερτιμημένη, υποψήφια για Oscar ερμηνεία του στο «Silver Lining Playbook») και την Eva Mendes να συνεχίζει να πηγαίνει κόντρα στην εικόνα της (μετά και το «Holy Motors»), με εξαιρετικά αποτελέσματα.

The Master
The Master - 2012

alt

Με τη λήξη του Β Παγκοσμίου Πολέμου, ο βετεράνος του Πολεμικού Ναυτικού Freddie Quel (Joaquin Phoenix) δυσκολεύεται να προσαρμοστεί στoν αμερικάνικο τρόπο ζωής της δεκαετίας του '50. Νιώθει ότι δεν ταιριάζει πουθενά και κάθε του απόπειρα για επαγγελματική αποκατάσταση τερματίζεται βίαια, αφού η εξάρτησή του από το αλκοόλ και η αντικοινωνική του συμπεριφορά του προξενούν συνεχώς προβλήματα. Σε μια από τις νυχτερινές του περιπλανήσεις καταλήγει λαθρεπιβάτης στο σκάφος του αινιγματικού Lancaster Dodd (Phillip Seymour Hoffman), ιδρυτή της φιλοσοφικής-θρησκευτικής αίρεσης "The Cause". Σύντομα ο Quel γίνεται ο προστατευόμενος του και αρχίζει να νιώθει ότι έχει βρει ένα σκοπό στη ζωή του και κάποιον ο οποίος θα τον καθοδηγήσει. Δεν έχει όμως την ψυχική και πνευματική ικανότητα να καταλάβει τις "διδαχές" του κινήματος και εθελοτυφλεί μπροστά στη σκληρή πραγματικότητα ότι ο Dodd δεν είναι τίποτε άλλο από ένας χαρισματικός τσαρλατάνος, ένας ψευτοδιανοούμενος που καθοδόν εφευρίσκει τις αρχές της αίρεσης ανάλογα με τι τον εξυπηρετεί κάθε φορά. Οι δυο τους συνδέονται με μια περίεργη σχέση που περνάει απ' όλα τα στάδια: θαυμασμό, εξάρτηση, αποπλάνηση, αμφισβήτηση, προδοσία, επανασύνδεση και θυμίζει όχι τόσο σχέση πατέρα-γιού ή δασκάλου-μαθητή αλλά θηριοδαμαστή με αδάμαστο ζώο.

Το «The Master» δεν αποτελεί την ταινία κόλαφο για τη Σαϊεντολογία που όλοι περίμεναν. Ο ομώνυμος κεντρικός χαρακτήρας είναι σαφώς βασισμένος στον ηγέτη της Ron Hubbard, αλλά ο Paul Thomas Anderson δεν επιχειρεί να χτυπήσει ή να διακωμωδήσει την αίρεση. Προσπαθεί απλώς να μας δείξει σε τι σημείο μπορεί να φτάσει ένας άνθρωπος απελπισμένος προκειμένου να βρει ψυχική ισορροπία και λύτρωση. Τι είναι διατεθειμένος να κάνει για να πειστεί ότι υπάρχει κάποιος άλλος άνθρωπος ικανός να του δώσει απαντήσεις για τη δική του ζωή. Με αρωγούς το διευθυντή φωτογραφίας Mihai Malaimare Jr. και το συνθέτη Jonny Greenwood, ο Anderson επιδεικνύει για ακόμα μια φορά την άρτια κινηματογραφική τεχνική του και την εξαιρετική του ικανότητα να συνθέτει εντυπωσιακά πλάνα και κάδρα.

Εκμεταλλευόμενος τις αρετές του 70mm και χρησιμοποιώντας μια ιδιαίτερη χρωματική παλέτα, καταφέρνει να δημιουργήσει μια εξαιρετικά υποβλητική ατμόσφαιρα απόλυτα πειστική για την Αμερική της δεκαετίας του '50. Και φυσικά αξιοποιεί στο έπακρο το ταλαντούχο cast του. Ο Joaquin Phoenix επιτυγχάνει μια θαυμαστή ερμηνεία, αναμφισβήτητα την καλύτερη της καριέρας του και πιθανότατα και της χρονιάς. O Quel του είναι ένα πλάσμα απρόβλεπτο, ωθείται αποκλειστικά και μόνο από τα ζωώδη ένστικτά του και βρίσκεται συνεχώς στο χείλος του νευρικού κλονισμού και της ψυχολογικής κατάρρευσης. Στον αντίποδα ο Phillip Seymour Hoffman δημιουργεί ένα χαρισματικό χαρακτήρα γεμάτο αυτοπεποίθηση που καταφέρνει να πείσει τους γύρω του για την αυθεντία του. Πίσω από το προσωπείο του χαρισματικού ηγέτη καταφέρνει να κρύψει την ημιμάθειά του και την απελπισμένη του προσπάθεια να κρατήσει τα κεκτημένα. Δίπλα του η Amy Adams, ως η γυναίκα που πραγματικά κινεί τα νήματα, έχει ίσως τον πιο ενδιαφέροντα ρόλο που όμως δεν αναπτύσσεται όσο θα θέλαμε λόγω της περιορισμένης παρουσίας της στην ταινία.

Παρ' όλες όμως τις αρετές του, το «Τhe Master» είναι μια ταινία που μπορεί κανείς εύκολα να θαυμάσει και να εκτιμήσει αλλά όχι να αγαπήσει. Ο θεατής αδυνατεί να ταυτιστεί με τους ήρωες, καθώς είναι δύσκολο να τους κατανοήσει. Οι χαρακτήρες δεν αποκαλύπτονται ποτέ πλήρως, δεν έχουν κάποια εμφανή εξέλιξη και φαίνονται ανολοκλήρωτοι, όπως άλλωστε και η ίδια η πλοκή της ταινίας. Το διφορούμενο φινάλε δε λύνει τα ερωτηματικά σχετικά με το ποιο ήταν το αρχικό όραμα του σκηνοθέτη. Όπως ο "Master" εφευρίσκει τις αρχές της αίρεσης στην πορεία, έτσι και ο Anderson δίνει την εντύπωση ότι δεν είχε ξεκαθαρίσει από την αρχή απόλυτα τι ήθελε να πει. Αποτέλεσμα αυτής της ασάφειας είναι να προσπαθούν οι απανταχού σινεφίλ να γεμίσουν το κενό του "τι θέλει να πει ο ποιητής" (γιατί ο Anderson είναι αναμφίβολα ποιητής της κινηματογραφικής εικόνας).

Όμως το ερώτημα είναι κατά πόσο οι προσπάθειες αυτές είναι αποτέλεσμα της ανάγκης τους να προσδώσουν σε μια πολυαναμενόμενη αλλά τελικά άνιση ταινία τον χαρακτηρισμό "αριστούργημα" και για το αν ανάλογες προσπάθειες ερμηνείας των προθέσεων του σκηνοθέτη θα γίνονταν και σε περιπτώσεις δημιουργών με λιγότερες περγαμηνές από τον Anderson. Το σίγουρο, όμως, είναι ότι για να απαντήσει κάποιος με σιγουριά τα παραπάνω ερωτήματα δεν αρκεί να δει την ταινία μια φορά, καθώς το «The Master» είναι μια απαιτητική, αινιγματική ταινία που ενδέχεται να χρειάζεται και μια δεύτερη επίσκεψη στις κινηματογραφικές αίθουσες για να ξεδιπλώσει πλήρως τις αρετές της.

Killing Them Softly
Σκότωσέ Τους Γλυκά - 2012

alt

Ο Jackie Cogan (Brad Pitt) είναι ένας επαγγελματίας μπράβος και εκτελεστής του υποκόσμου, που θέλει να σκοτώνει εξ αποστάσεως. Όταν ένα παιχνίδι πόκερ που ελέγχεται από τη μαφία πάει στραβά, ο Cogan είναι ο κατάλληλος άνθρωπος που προσλαμβάνεται από τους μαφιόζους για να αναλάβει να εντοπίσει αυτούς που τόλμησαν να κλέψουν την μπάνκα, να τους τιμωρήσει παραδειγματικά και να τους δείξει ότι οι κανόνες της μαφίας πρέπει να γίνονται σεβαστοί.

Μια αφαιρετική, πένθιμη μπαλάντα για δύο άνδρες, τον αυτοκαταστροφικό παράνομο και το δειλό επίδοξο αντικαταστάτη του, με ελεγειακό score και στοιχειωτική εικονογραφία, που λειτουργούσε σαν στοχασμός πάνω στη διαδικασία παραγωγής μύθων και στο αντίκτυπο της διασημότητας σε εκείνους που την κατέχουν και σε εκείνους που την εποφθαλμιούν. Το «The Assassination of Jesse James by the Coward Robert Ford» ήταν η ταινία που ανέδειξε τον Andrew Dominik σε έναν από τους πιο υποσχόμενους δημιουργούς της νέας γενιάς. Και τώρα το ακολουθεί το «Killing Them Softly».

Η πλοκή και πάλι "χαλαρή". Το genre ξανά η αφορμή για να πλάσει ένα θέαμα διαφορετικού προσανατολισμού. Μόνο που εδώ ο στοχασμός συνοψίζεται σε ένα στεγνό αντιαμερικανισμό, διατυπωμένο με καφενειακούς όρους, δοσμένο δίχως ίχνος λεπτότητας. Πρόκειται για ένα φιλμ που με περίσσια χοντροκοπιά σου λέει συνέχεια τί πρέπει να σκεφτείς, πότε μέσω αποσπασμάτων από ομιλίες νυν και υποψήφιων αμερικανών προέδρων, πότε μέσω των ίδιων των ηρώων του, που όταν δεν φλυαρούν ακατάπαυστα, γνωστοποιούν με υπερβάλλουσα επεξηγηματικότητα την επιφανειακή ιδεολογική ατζέντα του φιλμ.

Έτσι το στυλιζάρισμα καταπνίγεται από τη δημαγωγία. Κι έτσι ο Dominik υπογράφει την πρώτη μεγάλη απογοήτευση της σεζόν.

Lawless
Παράνομοι - 2012

alt

Βρισκόμαστε στη Βιρτζίνια των ΗΠΑ την περίοδο της ποτοαπαγόρευσης. Στην επαρχία Franklin το λαθρεμπόριο αλκοόλ βρίσκεται σε άνθιση. Για τους αδελφούς Bondurant είναι μια εξαιρετικά επικερδής οικογενειακή επιχείρηση. Ο μεγάλος αδελφός Forrest, όντας ο αρχηγός και προστάτης της μικρής οικογένειας, παίρνει τις αποφάσεις, ο σκληρός Howard εκτελεί και ο φιλόδοξος Jack προσπαθεί να αποδείξει την αξία του και να ξεφύγει από τη σκιά των macho αδελφών του. Όμως ο ερχομός του διεφθαρμένου αστυνόμου Rakes από το Σικάγο ανατρέπει δραματικά τις ισορροπίες. Ολόκληρη η Πολιτεία υποτάσσεται στην εξουσία του, εκτός από τα τρία αδέλφια. Αψηφώντας το νόμο, διατηρώντας όμως ένα δικό τους κώδικα αξιών, καταφέρνουν να γίνουν οι μεγαλύτεροι λαθρέμποροι της περιοχής, συντηρώντας τον τοπικό μύθο περί "αθανασίας" των Bondurant.

Η ταινία βασίζεται στο βιογραφικό βιβλίο του Matt Bondurant με τίτλο ''The Wettest County In The World''. Tο σενάριο είναι διασκευή του πολυτάλαντου Nick Cave, όπως και η μουσική. Η συμμετοχή του στο σκηνοθετικό εγχείρημα του Αυστραλού John Hillcoat διαφαίνεται σε ολόκληρη την αισθητική του «Lawless». Πρόκειται για ένα γκανγκστερικό δράμα με βίαιες σκηνές, αλλά και αρκετό χιούμορ. Οι εν λόγω σκηνές ενδεχομένως να ενοχλήσουν κάποιους θεατές, αν και εναρμονίζονται πλήρως με το πνεύμα της περιόδου. Γενικά η ταινία χαρακτηρίζεται από την πιστή και εξαιρετικά ατμοσφαιρική αναπαράσταση της εποχής. Επίσης, αξιοσημείωτη είναι η ωραία φωτογραφία και η μεταφορά του γκανγκστερικού δράματος σε ένα βουκολικό περιβάλλον, έξω από το κλασικό αστικό τοπίο όπου συνήθως διαδραματίζεται.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη σχέση μεταξύ των τριών αδελφών, ιδίως του νεαρού Jack (Shia LaBeouf) με τους μεγαλύτερους, ο οποίος αν και ο λιγότερο σκληρός είναι ο μόνος που τολμά να αμφισβητεί την "πατριαρχική" εξουσία του Forrest (Tom Hardy), ενώ αντίθετα ο Jason Clarke που ενσαρκώνει τον Howard, πλάθει έναν χαρακτήρα βίαιο, λιγομίλητο και πειθήνιο απέναντι στις επιταγές της οικογενειακής παράδοσης. Εξαιρετικοί και οι τρεις ηθοποιοί. Επίσης, ενδιαφέρον παρουσιάζει η ερμηνεία του κακού της υπόθεσης (Guy Pearce), ο οποίος αγγίζει ηθελημένα τα όρια της καρικατούρας, θυμίζοντας τους κακούς των παλιών γκανγκστερικών ταινιών. Τους παραπάνω άρρενες ηθοποιούς πλαισιώνουν επάξια η Mia Wasikowska και η γοητευτική Jessica Chastain. Η τελευταία υποδύεται τη Maggie μία γυναίκα με αδιευκρίνιστο παρελθόν, η οποία καταφέρνει να προσεγγίσει το σκληρό και απόμακρο Forrest. Ενώ αισθητικά δημιουργεί την εικόνα μίας γυναικείας παρουσίας βγαλμένης από film noir, σεναριακά ο χαρακτήρας της επιτελεί μία εντελώς αντιθετική λειτουργία από τον καταστροφικό ρόλο της κλασικής femme fatale.

Εκτός από τις σχέσεις μεταξύ των ηρώων, η ταινία προβάλλει ιδιαίτερα το θέμα της διαφθοράς, της κατάχρησης εξουσίας και της ανθρώπινης σκληρότητας, τονίζοντας ιδιαίτερα την ηθική υπεροχή των παράνομων ηρώων απέναντι στο διεφθαρμένο εκπρόσωπο του νόμου. Τέλος, υπογραμμίζεται η ανάγκη αλληλεγγύης, διατήρησης της προσωπικής ανεξαρτησίας με κάθε τίμημα και φυσικά, για μια ακόμη φορά, το δικαίωμα στο αμερικάνικο όνειρο. Ακόμα κι αν αυτοί που το κυνηγούν δρουν έξω από τα πλαίσια του νόμου..

Les Miserables
Οι Αθλιοι - 2012

alt

Κατά το πρώτο τέταρτο του 19ου αιώνα, ο "εγκληματίας" Jean Valjean (Hugh Jackman), τον οποίο επί δεκαετίες κυνηγούσε ο αδίστακτος αστυνομικός Javert (Russell Crowe), καταφέρνει να αποκαταστήσει τη φήμη του στην κοινωνία και γίνεται ένας τίμιος και εργατικός εργοστασιάρχης, αλλά και δήμαρχος της πόλης του. Η ζωή του θα αλλάξει για πάντα όταν θα δεχτεί να φροντίζει την Cosette (Amanda Seyfried), κόρη της Fantine (Anne Hathaway), μιας ταπεινής εργάτριας του.

Με 27 χρόνια στις σκηνές του West End στο Λονδίνο και άλλα 18 χρόνια στις σκηνές του Broadway της Νέας Υόρκης, η μεταφορά του βιβλίου του Victor Hugo στο θέατρο συγκαταλέγεται στις πιο επιτυχημένες όλων των εποχών (για να μην πούμε η πιο επιτυχημένη). Στον κινηματογράφο τα μιούζικαλ όμως δεν έχουν την ίδια χάρη. Αν και γενικότερα προτιμούμε φανερά το σινεμά από το θέατρο, το μιούζικαλ χρειάζεται αυτή την αμεσότητα της ολοζώντανης παράστασης. Ο Tom Hooper, ύστερα από την τεράστια επιτυχία του με το «The King's Speech», φιλοδοξεί να μας προσφέρει ένα μιούζικαλ που θα κάνει την διαφορά και βάζει ένα μεγάλο στοίχημα να ενθουσιάσει τους φανατικούς θεατρόφιλους συμπατριώτες του. Ίδωμεν...

Jack Reacher
Jack Reacher - 2012

alt

Ένας ερευνητής ανθρωποκτονιών, ο Jack Reacher (Tom Cruise) καλείται να ερευνήσει μια υπόθεση που αφορά έναν εκπαιδευμένο στρατιωτικό - ελεύθερο σκοπευτή που πυροβόλησε τυχαία πέντε αθώα θύματα με έξι βολές. Ενώ ο φερόμενος ως δράστης συλλαμβάνεται και η υπόθεση είναι ένα βήμα πριν το κλείσιμο, ο δράστης ζητά να συναντήσει τον Reacher. Η συνάντηση αυτή θα πυροδοτήσει εκρηκτικές εξελίξεις και το μόνο σίγουρο είναι ότι τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται.

Ευρισκόμενος στην πρώτη γραμμή των stars από τα μέσα των 80's, αν ο Tom Cruise είχε πετύχει επειδή έκανε συμφωνία με το διάβολο, η αυτού σατανικότης του θα είχε έρθει για να εισπράξει τα χρωστούμενα προ πολλού. Ο λόγος που βρίσκεται εκεί ψηλά είναι ο επαγγελματισμός του, για τον οποίο έχουν να λένε όσοι έχουν συνεργαστεί μαζί του, και η προσεκτική αυτοδιαχείριση της κινηματογραφικής εικόνας του. Έχοντας αποκτήσει τη δυνατότητα να επιλέγει ο ίδιος τα projects του, από τη στιγμή που θα αποφασίσει ποιο θα είναι το επόμενό του, θα συμμετάσχει σε όλα τα στάδια της παραγωγής, θα κάνει τα επικίνδυνα stunts μόνος του και θα δώσει το 110% των δυνατοτήτων του ώστε να εξασφαλίσει πως το αποτέλεσμα, τουλάχιστον από τη δική του πλευρά, θα είναι τέλειο - υπό την έννοια ότι δε θα μπορούσε να έχει γίνει τίποτα καλύτερο.

Στο «Jack Reacher» ο Cruise επιλέγει για σκηνοθέτη του τον Christopher McQuarrie, βραβευμένο με Oscar για το σενάριο του εμβληματικού φιλμ των 90's «The Usual Suspects». Ο McQuarrie έχει δώσει ήδη τα διαπιστευτήρια του πίσω από την κάμερα με το "σερνικό" νέο-γουέστερν «The Way of the Gun». Εκείνο που τον κάνει κατάλληλο για την δουλειά όμως, είναι πως, ως σεναριογράφος, έχει για κύριο μέλημά του να υποστηρίξει επαγγελματικά την ιστορία. Φυσικά απαραίτητα set-pieces, όπως η αυτοκινητάδα και η μονομαχία σώμα με σώμα, είναι εδώ γυρισμένα με μαστοριά και μονταρισμένα με τρόπο που η δράση να είναι εύληπτη - αρετή διόλου αυτονόητη πλέον χάρη στον Michael Bay και τους μιμητές του.

Kύριο μέλημα του McQuarrie όμως παραμένει η εξέλιξη της ιστορίας. Κι αυτό, σε συνδυασμό με τις καταβολές του ήρωα, οι οποίες εντοπίζονται στους macho φύλακες του ηθικού δικαίου των κινηματογραφικών 70's που αναλάμβαναν δράση όταν ο νόμος αδυνατούσε να αποδώσει δικαιοσύνη, δίνει στο φιλμ μια γοητευτική, παλιομοδίτικη αύρα, καθιστώντας το ιδανικό διάλλειμα από τους "οσκαρισμούς" των ημερών. Κι ακόμα μια επιτυχία στο παλμαρέ του Cruise.

The Last Stand
Μη Μου Χαλάς Τη Μέρα - 2013

alt

Ο σερίφης Owens εγκαταλείπει το Los Angeles, όπου υπηρετούσε, για να προσφέρει τις υπηρεσίες του σε μια μικρή συνοριακή πόλη των Η. Π.Α. Εκεί θα κληθεί να αντιμετωπίσει το βαρόνο του παράνομου εμπορίου ναρκωτικών Gabriel Cortez που μόλις απέδρασε και φέρεται να κατευθύνεται προς τη μικρή αυτή πόλη μαζί με τη συμμορία του και κρατώντας ομήρους. Η πόλη του σερίφη Owens είναι το μόνο μέρος που μπορεί να στηθεί ενέδρα προκειμένου να ανακοπεί η πορεία του Cortez και να διασωθούν οι όμηροι. Τίποτε όμως δεν είναι σίγουρο αφού ο δραπέτης φαίνεται αποφασισμένος για να ξεφύγει προς το Μεξικό.

Ο Arnie στον πρώτο του πρωταγωνιστικό ρόλο μετά το «Terminator 3: Rise of the Machines» του 2003, αναλαμβάνει να ενσαρκώσει το δυναμικό σερίφη μιας συνοριακής πόλης στις Η.Π.Α. Έγκλημα και τιμωρία είναι το χαρακτηριστικό μοτίβο του Κορεάτη σκηνοθέτη Kim Ji-woon («I Saw The Devil», «A Tale Of Two Sisters»), το οποίο χρησιμοποιεί και στο «The Last Stand», φιλοδοξώντας να γοητεύσει το αμερικάνικο κοινό.

A Good Day To Die Hard
Πολύ Σκληρός Για να Πεθάνει Σήμερα - 2013

alt

Ο βετεράνος ντετέκτιβ John McClane (Bruce Willis) ταξιδεύει στη Μόσχα προς αναζήτηση του γιου του, Jack (Jai Courtney), ο οποίος κατηγορείται από τις τοπικές Αρχές για εμπλοκή σ' ένα μεγάλο πολιτικό σκάνδαλο. Ωστόσο, αυτό που αγνοεί ο John για το γιο του - με τον οποίο δεν έχουν και τις στενότερες των σχέσεων - είναι ότι ο Jack δουλεύει για τη CIA, έχοντας αναλάβει να φυγαδεύσει στις ΗΠΑ τον Yuri Komarov (Sebastian Koch), έναν πολιτικό κρατούμενο, οι πολύτιμες πληροφορίες του οποίου μπορούν να αποτρέψουν τα σχέδια μίας σκιώδους τρομοκρατικής οργάνωσης. Πλέον, οι δύο McClane καλούνται να παραμερίσουν παλιές διαφορές και να συνεργαστούν για το κοινό καλό...

Τα οικογενειακά προβλήματα ήταν πάντα το αλατοπίπερο στη σειρά ταινιών "Die Hard". Ανάμεσα σε σφαίρες, αίματα, σπασμένα γυαλιά και πτώματα υπήρχε πάντα λίγος χώρος για τα γαμήλια βάσανα του John McClane, όταν π.χ. σκεφτόταν πώς διάολο θα σηκώσει το τηλέφωνο για να μιλήσει στην καλή του. Στην πέμπτη ταινία της σειράς, το μίνι οικογενειακό δράμα αφορά στην προβληματική σχέση πατέρα-γιου, η οποία προσπαθεί να αποκατασταθεί εν μέσω ανθρωποκυνηγητού, εκρήξεων, πυροβολισμών και διάφορων λίγο-πολύ αναμενόμενων ανατροπών.

Δεν είναι ότι ακόμη και τα πρώτα τρία "Die Hard" στερούνταν υπερβολών. Κάθε άλλο. Ωστόσο, ένα από τα στοιχεία που τα έκανε να ξεχωρίζουν από τα περισσότερα action films του καιρού τους ήταν η ανθρώπινη διάσταση του ήρωα. Ο McClane του Bruce Willis δεν υπήρξε ποτέ υπερήρωας, ένας ακόμα μυώδης Stalone ή Schwarzenegger. Ήταν ευφυής, πεισματάρης, ευάλωτος, πεπερασμένων σωματικών δυνατοτήτων, είχε χιούμορ και μέσα απ' αυτήν την απλότητά του καθιερώθηκε ως ένας αυθεντικά cool κινηματογραφικός χαρακτήρας.

Πέραν όμως από τον Bruce, στην επιτυχία των "Πολύ Σκληρός Για Να Πεθάνει" συνέβαλε το πέρασμα αρκετών ακόμα ηθοποιών. Στην πρώτη και κορυφαία ταινία της σειράς (198Cool, παραμένει αξέχαστος ο εξαιρετικός Alan Rickman. Στο τρίτο φιλμ (1995), η παρουσία των Jeremy Irons και Samuel L. Jackson είναι πολύτιμη. Ακόμη και στο μετριότατο «Die Hard 4.0» (2007) υπάρχει ο αξιόλογος Justin Long. Αντίθετα, στο «A Good Day To Die Hard» ο Sebastian 'Βαρβάκης' Koch απογοητεύει με την υποτονικότητα και τα αδέξια ξεσπάσματά του, ενώ ο Jai Courtney συνιστά ξεκάθαρο miscast, καθώς αποδεικνύεται ακόμα ένας γεροδεμένος τύπος με εμφάνιση και υποκριτικές ικανότητες επιπέδου Sam Worthington, που ούτε παραπέμπει σε σύγχρονο κινηματογραφικό πράκτορα (βλ. Jason Bourne), ούτε βοηθά στη δημιουργία ενός αξιόλογου διδύμου με τον Willis.

Το πέμπτο «Die Hard» δια χειρός John Moore (σκηνοθέτης του remake του «The Omen» και του «Max Payne») έρχεται απλώς να ξεζουμίσει τον θρυλικό ντετέκτιβ McClane με μία ιστορία που υστερεί καταφανώς σε ιδέες. Τα απόνερα της Σοβιετικής Ένωσης που απειλούν να πνίξουν τον κόσμο είναι ένα σενάριο χαμένο στο χωροχρόνο της ψυχροπολεμικής περιόδου που έχει χάσει προ πολλού το κοινό του. Παράλληλα, από τις δύο (όλες κι όλες) βασικές σκηνές δράσης της ταινίας απουσιάζει η σκηνοθετική δεξιοτεχνία, όπως φαίνεται ξεκάθαρα στη χωρίς κανένα χωροταξικό προσανατολισμό σκηνή καταδίωξης με αυτοκίνητα στους δρόμους της Μόσχας, όταν ο Moore μιμείται ατυχώς τον Paul Greengrass.

Με τα χρόνια να έχουν δυστυχώς περάσει για τον καλό μας Bruce και το ποντάρισμα στον Courtney για τον σχηματισμό ενός δυνατού διδύμου 'παλιού-νέου' να αποτυγχάνει, η εικόνα του «A Good Day To Die Hard» μαρτυρά τη χτυπητή πλέον αδυναμία της επιτυχημένης σειράς να διεκδικήσει τον χώρο που της αναλογεί στη σύγχρονη εποχή. Πλέον, στο σταδιακό άπλωμα του εκάστοτε σκηνικού δράσης (ουρανοξύστης, αεροδρόμιο, Νέα Υόρκη κτλ) που ακολούθησε μέσα στα χρόνια η saga και μακροπρόθεσμα τη ζημίωσε - δείγμα της διάθεσης των παραγωγών να πλειοδοτήσουν προσφέροντας στο κοινό το κάτι παραπάνω - έρχονται δυστυχώς να προστεθούν τα αδυσώπητα σημάδια του χρόνου και η παντελής απουσία ενός πλάνου ουσιαστικής ανανέωσης.

Gangster Squad
Οι Διώκτες Του Εγκλήματος - 2013

alt

Ο Mickey Cohen (Sean Penn), μέγας γκάνγκστερ από το Μπρούκλιν που εγκαταστάθηκε στο Λος Αντζελες το 1949, ελέγχει τα ναρκωτικά, τα όπλα, τις πόρνες, τα στοιχήματα και κάθε παράνομη δραστηριότητα στην περιοχή με την αρωγή αστυνομικών και πολιτικών. Δύο μυστικοί αστυνομικοί, ο John O'Mara (Josh Brolin) και ο Jerry Wooters (Ryan Gosling) αποφασίζουν να πατάξουν τον αδίστακτο αρχιμαφιόζο. Η σύγκρουση μεταξύ των δύο στρατοπέδων θα είναι μεγαλειώδης.

Τη μάχη του Αστυνομικού Τμήματος του Los Angeles κατά τη μαφίας τις δεκαετίες '40 και '50 αποφάσισε να μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη ο Ruben Fleischer, που πολλοί ίσως να θυμάστε από το ξεκαρδιστικό «Zombieland». Σε αυτήν την προσπάθειά του επιστράτευσε ένα πραγματικό all star cast, που από μόνο του αρκεί για να σας δελεάσει. Οι Sean Penn, Ryan Gosling, Josh Brolin, Nick Nolte και Emma Stone ντύνονται με κοστούμια εποχής και μας μεταφέρουν στην Ανατολική Ακτή της μαφίας και της διαφθοράς.

Argo
Επιχείρηση: Argo - 2012

alt

Το 1979 ξέσπασε η επανάσταση στο Ιράν. Ο σάχης έφυγε από την χώρα κακήν κακώς και ο Αγιατόλαχ Χομέινι, ορθόδοξος μουσουλμάνος και πιστός στις παραδόσεις, προσπάθησε να εξαλείψει κάθε ίχνος του προηγούμενου καθεστώτος. Ο σάχης υποφέροντας από καρκίνο, βρήκε καταφύγιο στις ΗΠΑ. Αυτό ήταν. Οι Ιρανοί έβλεπαν Αμερικανό και ήθελαν να του πάρουν το σκαλπ. Δεν άργησαν να περικυκλώσουν την αμερικάνικη πρεσβεία στην Τεχεράνη και ύστερα από λίγο εισέβαλαν σε αυτή κρατώντας ομήρους τους υπαλλήλους και κάθε λογής Αμερικάνους. Έξι υπάλληλοι της CIA πρόλαβαν να ξεφύγουν και να βρουν καταφύγιο στην πρεσβεία του Καναδά. Αυτό που ακολούθησε, καταγράφηκε ως η πιο σινεφιλική επιχείρηση διάσωσης στην ιστορία του πλανήτη: ο ειδικός σε θέματα φυγάδευσης πράκτορας της CIA, Tony Mendez (Ben Affleck), αποφασίζει να προσποιηθεί πως είναι ένας Καναδός παραγωγός μιας ταινίας επιστημονικής φαντασίας και οι έξι φυγάδες, το συνεργείο του. Σκοπός του, να φυγαδεύσει τους έξι ΄καταζητούμενους' από τα αεροδρόμιο. Η επιχείρηση «Argo» ξεκινά, σε μια αποστολή όπου η επιστημονική φαντασία συναντά την πραγματικότητα...

Οι ρετρό εικόνες, το ντύσιμο, το κούρεμα, μας μεταφέρουν σε μια φαινομενικά πιο αθώα εποχή. Η αθωότητα όμως παραμένει στη 'βιτρίνα', γιατί όταν μπεις στο μαγαζί και φτάσεις στο πίσω μέρος, τότε η αθωότητα δίνει τη θέση της στην ανηλεή μηχανορραφία και την καθαρή σκοπιμότητα. Οι συγκρούσεις συμφερόντων (κυρίως πολιτικών) έχουν συνεχώς στο απυρόβλητο τους ανθρώπους που παίρνουν αποφάσεις και στο βωμό της θυσίας τις αναλώσιμες μονάδες, χαμένες μέσα στην ασημαντότητα ενός ξεχασμένου ανθρωπισμού.

Οι αναλώσιμοι γίνονται πολύτιμοι μόνο όταν, έστω και για λίγο, βρεθούν στην 'βιτρίνα'. Τότε, και μόνο τότε, οι κινήσεις εντυπωσιασμού, το marketing, έρχεται στο προσκήνιο. Στην περίπτωση της φυγάδευσης των ομήρων στο Ιράν, το marketing προσπάθησε να αξιοποιήσει μια αγνή πρόθεση. Όμως η επιτυχία της αποστολής δεν οφείλεται σε αυτή την αταίριαστη συνεργασία. Γιατί όταν κάτι αγνό συναντά κάτι διεφθαρμένο, ο άνθρωπος παρόλο που κατά κανόνα επιλέγει το δεύτερο, κατά βάθος ξέρει πως δεν είναι η σωστή επιλογή. Γιατί όταν επιλέγει το πρώτο, οι πιθανότητες να συμβεί ένα θαύμα είναι πολλές...

Η επιλογή του θέματος από τον Ben Affleck δείχνει την αγάπη του για το σινεμά και επιβεβαιώνει το είδος που έχει επιλέξει να υπηρετεί. Η οπτική του πάνω σε μια άκρως ενδιαφέρουσα ιστορία και το εξαίρετο ντεκουπάζ, κατασκευάζουν μια ταινία που αν και το τέλος της είναι προδιαγεγραμμένο, καταφέρνει να σε φέρει στα όρια της αγωνίας και του σασπένς. Εδώ και χρόνια, έχει "μαλλιάσει η γλώσσα μου" πως ο Affleck είναι εξαιρετικός πίσω από τον φακό και άχρωμος, άοσμος μπροστά από αυτόν. Σε αυτή την περίπτωση, ίσως και λόγω θεματικής, η ερμηνεία του είναι σίγουρη, ήρεμη, ενός ανθρώπου που ξέρει τι θέλει από τον εαυτό του και τους άλλους. Ορισμένα προβλήματα, κυρίως στην ευκολία της λύσης ώστε να φτάσουμε στο επιθυμητό, ξεπερνιούνται απλά και αναίμακτα, λόγω αυτής της έντονης κινηματογραφιστικής διάθεσης που περικλείει το φιλμ στο σύνολο του.

Μπορεί μερικοί να θεωρήσουν την ταινία, από ένα μέρος της και μετά, μια ωδή στο αμερικάνικο ιδεώδες. Όντως είναι. Όμως, όπως και να το κάνουμε, έστω κι αν μας ξενίζει, την ιστορία τη γράφουν οι νικητές. Και όπως και στο ποδόσφαιρο, όποιος αγαπάει το άθλημα προτιμά η ομάδα του να κερδίζει 3-2 αντί 1-0, έτσι κι εδώ, στο παιχνίδι του «Argο», η νίκη είναι θεαματική. Κι αυτό είναι σημαντικότερο...

Django Unchained
Django: Ο Τιμωρός - 2012

alt

Δυο χρόνια πριν από τον αμερικάνικο εμφύλιο και ο Django (Jamie Foxx), ένας σκλάβος, συναντά τον Dr. King (Christoph Waltz), έναν γερμανό κυνηγό επικηρυγμένων. Μαζί θα αναζητήσουν την γυναίκα του Django, την Brumhilda (Kerry Washington), την οποία αποχωρίστηκε σε ένα σκλαβοπάζαρο. Ακολουθώντας τα ίχνη της θα καταλήξουν στο ράντζο ενός αδίστακτου γαιοκτήμονα, του Calvin Candie (Leonardo Di Caprio), που δεν αποχωρίζεται εύκολα την ιδιοκτησία του.

Μέχρι το «Death Proof» οι ιστορίες του Tarantino λαμβάνουν χώρα σε ένα σύμπαν αμιγώς κινηματογραφικό. Από το «Inglourious Basterds» κι έπειτα φαίνεται να ξεκινά ένα νέο κύκλο στην καριέρα του, όπου εντάσσει τις (κινηματογραφικές) ιστορίες του σε ένα ιστορικό πλαίσιο. Στους "Μπάστερδους" οι ήρωες αντιμάχονται τους ναζί στην κατοχική Γαλλία και καταλήγουν να ξαναγράφουν την ιστορία(εξ' ου και η εναλλακτική ορθογραφία του τίτλου) εξολοθρεύοντας το Χίτλερ και το επιτελείο του μέσα σε μια κινηματογραφική αίθουσα. Σημείο αναφοράς του φιλμ και παραλήπτης μιας απολαυστικής ερωτικής εξομολόγησης είναι το ίδιο το σινεμά.

To «Django Unchained», που εξελίσσεται στον αμερικανικό Νότο του 19ου αιώνα, είναι κατά τα 2/3 του και στο βαθμό που μπορούμε να εντάξουμε σε ένα είδος την ταινία ενός δημιουργού, που αρέσκεται στο να "μπασταρδεύει" τα είδη, ένα σπαγγέτι γουέστερν. Χαρακτηριστικά μοτίβα του σπαγγέτι γουέστερν, όπως εκείνα του λακωνικού ήρωα, του κυνηγού κεφαλών και της εκδίκησης, τα συναντούμε και στο «Django Unchained», που αναφέρεται ευθέως στο διάσημο σουξέ του Sergio Corbucci και τις δεκάδες επίσημες κι ανεπίσημες συνέχειες και παραλλαγές, που γνώρισε έπειτα. Στην τελευταία πράξη όμως ο Tarantino αποφασίζει να παραμερίσει το σπαγγέτι γουέστερν και να κάνει μια "πολιτική" ταινία, ανάγοντας τον Django από εκδικητή σε σύμβολο μιας κατατρεγμένης φυλής. Ο όρος "πολιτική" για τον Tarantino μεταφράζεται στη δυνατότητα που δίνει στους κατατρεγμένους να πάρουν την ιστορική ρεβάνς, τιμωρώντας σαδιστικά τους δυνάστες τους. Kι εδώ έγκειται και η διαφορά με το «Inglourious Basterds». Εκεί πυρήνας του φιλμ ήταν το σινεμά από την αρχή ως το τέλος. Εδώ το κέντρο βάρους μετατίθεται στην προαναφερθείσα, ρηχή, λαϊκίστικη και ηθικά συζητήσιμη "πολιτική" ατζέντα. Και για αυτό το «Django Unchained», το οποίο ο Tarantino φοβούμαι πως εκλαμβάνει ως την "μεγάλη" του στιγμή, υστερεί σημαντικά σε σχέση με την προηγούμενη δουλειά του.

Φυσικά αυτό δε σημαίνει πως δεν είναι διασκεδαστικό, τουλάχιστον κατά το μεγαλύτερο μέρος του. Διαθέτει, βλέπεις, το μεγάλο ατού κάθε ταινίας του Tarantino. Αυτά τα ακαταμάχητα, μακροσκελή διαλογικά αποσπάσματα (ας μου επιτραπεί ο νεολογισμός) αγοραίας λογιότητας, όπου ένας χαρακτήρας πυροβολεί λεκτικά τον άλλο, προσπαθώντας να επιβληθεί πνευματικά. Αρκετές φορές βέβαια της πνευματικής επιβολής ακολουθεί και σωματική, με ένα ξέσπασμα σαδιστικής βίας από εκείνα που έχουν καταστεί πια σήμα κατατεθέν του δημιουργού, o οποίος στο πρόσωπο του Christoph Waltz φαίνεται να έχει βρει εκείνο τον ηθοποιό, που θα ερμηνεύσει τους διαλόγους του με τη δέουσα υπερβολή, με μια καλοδεχούμενη "πλαστότητα", που είναι άλλωστε και το ζητούμενο.

Total Recall
Ολική Επαναφορά - 2012

alt

Σε ένα μακρινό μέλλον, που το μεγαλύτερο μέρος της γης δεν είναι πια κατοικήσιμο, ο κόσμος έχει χωριστεί σε δύο περιοχές, την ομοσπονδία της Μεγάλης Βρετανίας και την Αποικία. Ο Douglas Quaid, κάτοικος Αποικίας, είναι ένας εργάτης εργοστασίου με όνειρα απόδρασης από την πεζή καθημερινότητά του, παρά το γεγονός πως είναι παντρεμένος με μια πανέμορφη σύζυγο. Όταν μαθαίνει για την Rekall, μια εταιρεία που υπόσχεται την εμφύτευση αναμνήσεων τόσο ζωντανών, που ο πελάτης δε μπορεί να τις διαχωρίσει από τις πραγματικές, ο Quaid σπεύδει να επισκεφθεί ένα υποκατάστημά της. Όταν όμως η επέμβαση πάει στραβά, ο Quaid βρίσκεται κυνηγημένος από την αστυνομία.

Είναι δύσκολο να αναπαράγεις επιτυχώς την αυτοπαρωδική διάθεση, τον camp ερωτισμό και την grotesque εικονογραφία μιας ταινίας του Verhoeven. Ο κύριος Wiseman, στον οποίο ανατέθηκαν τα ηνία του remake του «Total Recall», ενός από τους χαρακτηριστικότερους τίτλους της φιλμογραφίας του Ολλανδού σκηνοθέτη, δεν επιχειρεί κάτι τέτοιο. Το δικό του «Total Recall» είναι μια πολύ πιο straight εκδοχή της ευρηματικά εξωφρενικής ιστορίας των Shusset και O' Bannon, που βασίζεται σε διήγημα του Philip K. Dick.

Αν δεχτούμε πως ένα remake έχει λόγο ύπαρξης μόνο όταν ο δημιουργός του επιχειρεί μια διαφορετική ανάγνωση του πρωτότυπου υλικού, τότε ο Wiseman ξεκίνησε στη σωστή κατεύθυνση. Το πρόβλημα είναι πως η πλοκή και η αφηγηματική δομή της ταινίας του είναι μέχρι ενός σημείου όμοιες με του original, κάτι που σε συνδυασμό με τις διάσπαρτες αναφορές στο φιλμ του Verhoeven μοιραία βάζει τον θεατή στη διαδικασία σύγκρισης. Κι εκεί τα νέα δεν είναι καλά για την ημερολογιακά φρεσκότερη version.

Αφού ξεπεραστεί ο αρχικός θαυμασμός για τις αρετές της ψηφιακής σκηνογραφίας, που αντικαθιστά το επηρεασμένο από την sci-fi φιλμογραφία των 50's αρειανό περιβάλλον του original με τα νοτισμένα σοκάκια μιας φωταγωγημένης με επιγραφές νέον φουτουριστικής συνοικίας, ηθελημένα όμοιας με εκείνη του «Blade Runner», το ανακαινισμένο «Total Recall» δεν έχει να προσφέρει πολλά περισσότερα.

Αφυδατωμένο από οποιοδήποτε δημιουργικό ρίσκο, έντονα επεξηγηματικό ως προς την κοινωνικοπολιτική του ατζέντα (κάτι που δε θα κακοφανεί βέβαια σε εκείνους, που αρκούνται στη συμφωνία της ιδεολογικής τοποθέτησης ενός φιλμ με τη δική τους, για να το στολίσουν με χαρακτηρισμούς τύπου "ένα έξυπνο blockbuster" ) και με έναν πρωταγωνιστή ιδανικό σε κωλοπαιδίστικους ρόλους crime περιπετειών, μα λιγότερο "μαγνητικό" όταν καλείται να ανταπεξέλθει στις "ηρωικές" προδιαγραφές μιας υπερπαραγωγής δράσης, το φιλμ του Wiseman πασχίζει πρωτίστως να μην ενοχλήσει κανένα. Ούτε τους σκληροπυρηνικούς οπαδούς του πρωτότυπου, στους οποίους κλείνει το μάτι σε ουκ ολίγες περιπτώσεις -μόνο που στοιχεία όπως η εταίρα με τα "εξαρτήματα" που σε κάνουν να εύχεσαι να είχες τρία χέρια και ατάκες όπως το "if I'm not me, then who the hell am I?", φαντάζουν ξένα "σώματα" μες στη γενικότερη σοβαροφανή διάθεση του remake. Τον στόχο του μάλλον τον πετυχαίνει, δύσκολα θα βρεθούν πολλοί που θα απηυδήσουν. Παράλληλα όμως δύσκολα θα βρεθούν και πολλοί που θα το αγαπήσουν. Είναι τόσο ασφαλές, που καταντά απρόσωπο κι αναζητά λίγο πάθος στις παρουσίες των καλλίπυγων συμπρωταγωνιστριών του Colin Farrell.

Eκ των δύο ξεχωρίζει η Kate Beckinsale στον αναβαθμισμένο ρόλο της συζύγου του Douglas Quaid. Η συζυγική σχέση, που συνδέει την κολασμένα σεξουαλική πρωταγωνίστρια με τον Len Wiseman, δίνει στο casting μια ιδιαίτερη νότα. Είτε ο Wiseman είναι ένας άνθρωπος με χιούμορ, είτε πραγματικά κακοπερνάει στο γάμο του.

The Master
The Master - 2012

alt

Με τη λήξη του Β Παγκοσμίου Πολέμου, ο βετεράνος του Πολεμικού Ναυτικού Freddie Quel (Joaquin Phoenix) δυσκολεύεται να προσαρμοστεί στoν αμερικάνικο τρόπο ζωής της δεκαετίας του '50. Νιώθει ότι δεν ταιριάζει πουθενά και κάθε του απόπειρα για επαγγελματική αποκατάσταση τερματίζεται βίαια, αφού η εξάρτησή του από το αλκοόλ και η αντικοινωνική του συμπεριφορά του προξενούν συνεχώς προβλήματα. Σε μια από τις νυχτερινές του περιπλανήσεις καταλήγει λαθρεπιβάτης στο σκάφος του αινιγματικού Lancaster Dodd (Phillip Seymour Hoffman), ιδρυτή της φιλοσοφικής-θρησκευτικής αίρεσης "The Cause". Σύντομα ο Quel γίνεται ο προστατευόμενος του και αρχίζει να νιώθει ότι έχει βρει ένα σκοπό στη ζωή του και κάποιον ο οποίος θα τον καθοδηγήσει. Δεν έχει όμως την ψυχική και πνευματική ικανότητα να καταλάβει τις "διδαχές" του κινήματος και εθελοτυφλεί μπροστά στη σκληρή πραγματικότητα ότι ο Dodd δεν είναι τίποτε άλλο από ένας χαρισματικός τσαρλατάνος, ένας ψευτοδιανοούμενος που καθοδόν εφευρίσκει τις αρχές της αίρεσης ανάλογα με τι τον εξυπηρετεί κάθε φορά. Οι δυο τους συνδέονται με μια περίεργη σχέση που περνάει απ' όλα τα στάδια: θαυμασμό, εξάρτηση, αποπλάνηση, αμφισβήτηση, προδοσία, επανασύνδεση και θυμίζει όχι τόσο σχέση πατέρα-γιού ή δασκάλου-μαθητή αλλά θηριοδαμαστή με αδάμαστο ζώο.

Το «The Master» δεν αποτελεί την ταινία κόλαφο για τη Σαϊεντολογία που όλοι περίμεναν. Ο ομώνυμος κεντρικός χαρακτήρας είναι σαφώς βασισμένος στον ηγέτη της Ron Hubbard, αλλά ο Paul Thomas Anderson δεν επιχειρεί να χτυπήσει ή να διακωμωδήσει την αίρεση. Προσπαθεί απλώς να μας δείξει σε τι σημείο μπορεί να φτάσει ένας άνθρωπος απελπισμένος προκειμένου να βρει ψυχική ισορροπία και λύτρωση. Τι είναι διατεθειμένος να κάνει για να πειστεί ότι υπάρχει κάποιος άλλος άνθρωπος ικανός να του δώσει απαντήσεις για τη δική του ζωή. Με αρωγούς το διευθυντή φωτογραφίας Mihai Malaimare Jr. και το συνθέτη Jonny Greenwood, ο Anderson επιδεικνύει για ακόμα μια φορά την άρτια κινηματογραφική τεχνική του και την εξαιρετική του ικανότητα να συνθέτει εντυπωσιακά πλάνα και κάδρα.

Εκμεταλλευόμενος τις αρετές του 70mm και χρησιμοποιώντας μια ιδιαίτερη χρωματική παλέτα, καταφέρνει να δημιουργήσει μια εξαιρετικά υποβλητική ατμόσφαιρα απόλυτα πειστική για την Αμερική της δεκαετίας του '50. Και φυσικά αξιοποιεί στο έπακρο το ταλαντούχο cast του. Ο Joaquin Phoenix επιτυγχάνει μια θαυμαστή ερμηνεία, αναμφισβήτητα την καλύτερη της καριέρας του και πιθανότατα και της χρονιάς. O Quel του είναι ένα πλάσμα απρόβλεπτο, ωθείται αποκλειστικά και μόνο από τα ζωώδη ένστικτά του και βρίσκεται συνεχώς στο χείλος του νευρικού κλονισμού και της ψυχολογικής κατάρρευσης. Στον αντίποδα ο Phillip Seymour Hoffman δημιουργεί ένα χαρισματικό χαρακτήρα γεμάτο αυτοπεποίθηση που καταφέρνει να πείσει τους γύρω του για την αυθεντία του. Πίσω από το προσωπείο του χαρισματικού ηγέτη καταφέρνει να κρύψει την ημιμάθειά του και την απελπισμένη του προσπάθεια να κρατήσει τα κεκτημένα. Δίπλα του η Amy Adams, ως η γυναίκα που πραγματικά κινεί τα νήματα, έχει ίσως τον πιο ενδιαφέροντα ρόλο που όμως δεν αναπτύσσεται όσο θα θέλαμε λόγω της περιορισμένης παρουσίας της στην ταινία.

Παρ' όλες όμως τις αρετές του, το «Τhe Master» είναι μια ταινία που μπορεί κανείς εύκολα να θαυμάσει και να εκτιμήσει αλλά όχι να αγαπήσει. Ο θεατής αδυνατεί να ταυτιστεί με τους ήρωες, καθώς είναι δύσκολο να τους κατανοήσει. Οι χαρακτήρες δεν αποκαλύπτονται ποτέ πλήρως, δεν έχουν κάποια εμφανή εξέλιξη και φαίνονται ανολοκλήρωτοι, όπως άλλωστε και η ίδια η πλοκή της ταινίας. Το διφορούμενο φινάλε δε λύνει τα ερωτηματικά σχετικά με το ποιο ήταν το αρχικό όραμα του σκηνοθέτη. Όπως ο "Master" εφευρίσκει τις αρχές της αίρεσης στην πορεία, έτσι και ο Anderson δίνει την εντύπωση ότι δεν είχε ξεκαθαρίσει από την αρχή απόλυτα τι ήθελε να πει. Αποτέλεσμα αυτής της ασάφειας είναι να προσπαθούν οι απανταχού σινεφίλ να γεμίσουν το κενό του "τι θέλει να πει ο ποιητής" (γιατί ο Anderson είναι αναμφίβολα ποιητής της κινηματογραφικής εικόνας).

Όμως το ερώτημα είναι κατά πόσο οι προσπάθειες αυτές είναι αποτέλεσμα της ανάγκης τους να προσδώσουν σε μια πολυαναμενόμενη αλλά τελικά άνιση ταινία τον χαρακτηρισμό "αριστούργημα" και για το αν ανάλογες προσπάθειες ερμηνείας των προθέσεων του σκηνοθέτη θα γίνονταν και σε περιπτώσεις δημιουργών με λιγότερες περγαμηνές από τον Anderson. Το σίγουρο, όμως, είναι ότι για να απαντήσει κάποιος με σιγουριά τα παραπάνω ερωτήματα δεν αρκεί να δει την ταινία μια φορά, καθώς το «The Master» είναι μια απαιτητική, αινιγματική ταινία που ενδέχεται να χρειάζεται και μια δεύτερη επίσκεψη στις κινηματογραφικές αίθουσες για να ξεδιπλώσει πλήρως τις αρετές της.

Life Of Pi
Η Ζωή Του Πι - 2012

alt

 

O Pi Patel πιστεύει σε πολλούς θεούς. Είναι φιλοπερίεργος, φιλομαθής και αγαπά την περιπέτεια. Από μικρός, στο ζωολογικό κήπου που συντηρούσε η οικογένειά του στην Ινδία, είχε πνευματικές αναζητήσεις που τον οδήγησαν σε περισσότερες από μία θρησκείες. Και αυτό που του έμαθαν -όχι ο κάθε θεός χωριστά, μα όλες οι θρησκείες στις οποίες στράφηκε μαζί- είναι ότι την πίστη μπορείς να την βρεις παντού και ότι η πίστη αυτή, η εσωτερική, μπορεί να κάνει τα πάντα δυνατά. Έτσι, όταν βρεθεί καραβοτσακισμένος μέσα σε μια σωσίβια λέμβο στη μέση του Ειρηνικού έχοντας χάσει τα πάντα στο ναυάγιο και με μοναδικούς συν-επιζώντες κάποια από τα άγρια ζώα του ζωολογικού κήπου, το μόνο που του απομένει είναι η πίστη. Και η φαντασία του.

Όταν ο πολυσχιδής και ταυτόχρονα φιλοπερίεργος σκηνοθέτης Ang Lee (χαρακτηριστικό του εξάλλου, είναι ότι βουτάει διαρκώς σε διαφορετικές θεματικές και κινηματογραφικά είδη, από τις πολεμικές τέχνες του «Τίγρης και Δράκος» στον εσωτερικό σπαραγμό του «Brokeback Mountain», στην κομιξίστικη περιπέτεια του «Hulk» και την ταινία εποχής στη «Λογική κι Ευαισθησία») καταπιάστηκε με το πολυβραβευμένο και πολυδιαβασμένο bestseller του Yann Martell, χρειάστηκε να επιστρατεύσει και τις δύο ιδιότητες του Pi: πίστη, απέναντι σ' αυτούς που αμφισβητούσαν ότι ένα τόσο πνευματικό βιβλίο θα μπορούσε να κινηματογραφηθεί, και φυσικά φαντασία, ούτως ώστε να πλάσει τις εικόνες όπως αυτές ξεπηδούσαν μέσα από τις -φαινομενικά αδύνατον να κινηματογραφηθούν- σελίδες του βιβλίου. Και τις αξιοποίησε και τις δύο στο έπακρο.

Πράγματι, καθώς παρακολουθούμε τις απερίγραπτα όμορφες εικόνες που έχει πλάσει ο Ang Lee (εικόνες που θα έκαναν το National Geographic να κοκκινίσει από ζήλεια που δεν τις έχει συμπεριλάβει στις ιλουστρέ σελίδες και στα ντοκιμαντέρ του), με το 3D να μοιάζει αναπόσπαστο κομμάτι του φιλμ και με τα ψηφιακά εφέ να κάνουν θαύματα (και όμως, η τίγρης Richard Parker είναι εξολοκλήρου κατασκευασμένη σε υπολογιστή), δεν μπορούμε να φανταστούμε μια ιστορία πιο 'κινηματογραφική' από τη ζωή του Pi: ένας δυνατός πρωταγωνιστής, περιπέτεια, μάχες για επιβίωση, θεαματικά τοπία.

Οι θαυμαστές εικόνες του Ang Lee μεταμορφώνουν ιδανικά τα θαύματα της φαντασίας και εκεί ακριβώς (θα έπρεπε να) κρύβεται η πνευματικότητα που πολλοί ανησυχούσαν ότι δεν θα μπορούσε να μεταφερθεί από το βιβλίο στο πανί: η απίστευτη ιστορία του Pi, αποτυπωμένη σε εικόνες (και μάλιστα τέτοιας θεϊκής ομορφιάς) και ανεπτυγμένη σε όλη της την έκταση, κάνουν το μήνυμα του Martell για τη δύναμη της φαντασίας και για μια ζωή διαποτισμένη από πίστη, πιο δυνατό και ζωντανό από ποτέ. Η αλληγορία, χωρίς περιττούς διδακτισμούς, βρίσκεται στην ίδια τη δύναμη του κινηματογράφου να μετατρέπει μια τέτοια αφήγηση σε μια τόσο αληθοφανή ιστορία. Γι' αυτό και η μεγαλύτερη (και ίσως μόνη) αδυναμία της ταινίας είναι πως μοιάζει να φοβάται ότι αυτός ο εγγενής συμβολισμός δεν ήταν αρκετός κι έχει βαλθεί να μας τον υπενθυμίζει εμμέσως αλλά και ρητώς περισσότερες φορές από όσες χρειάζεται.

Όπως όμως μας διδάσκει και ο ίδιος ο Pi, η ιστορία που μένει είναι αυτή που επιλέγουμε οι ίδιοι να κρατήσουμε. Και αυτό τελικά που μένει από το «Life of Pi» και που θα κουβαλάμε ως θεατές για καιρό μετά είναι πολλή, πολλή κινηματογραφική ομορφιά.

The Hunter
Ο Κυνηγός - 2011

alt

Σύμφωνα με πολλούς Αυστραλούς, η τελευταία τίγρης της Τασμανίας δεν πέθανε το 1936 αλλά εξακολουθεί να ζει. Ένας μισθοφόρος (Willem Dafoe) αποδέχεται την αποστολή από μια μεγάλη ευρωπαϊκή εταιρεία βιοϊατρικής να πάει στην έρημο της Τασμανίας για να κυνηγήσει τη σπάνια τίγρη και να πάρει ένα δείγμα από το DNA του ώστε να μπορέσουν να γίνουν κλώνοι και να σωθεί τελικά το είδος. Παράλληλα όμως ξεκινά ένα "κυνήγι" που φέρνει στην επιφάνεια τους δεσμούς των ανθρώπινων σχέσεων αλλά και της σχέσης του ανθρώπου με τη φύση.

To «The Hunter» έρχεται από την Αυστραλία σε σκηνοθεσία του Daniel Nettheim και είναι βασισμένο στο ομώνυμο βιβλίο της Julia Leigh. Πρωταγωνιστεί ο Willem Dafoe ο οποίος λέγεται ότι κατά την προετοιμασία του για το συγκεκριμένο ρόλο, δούλεψε με έμπειρους ειδικούς σε θέματα επιβίωσης προκειμένου να μάθει όλες εκείνες τις πληροφορίες που χρειάζεται κανείς για να τα βγάλει πέρα στη ζούγκλα. Η ταινία γυρίστηκε εξ ολοκλήρου στη μαγευτική Τασμανία.

Anna Karenina
Αννα Καρένινα - 2012

alt

 

Στη Ρωσία του 19ου αιώνα, η αριστοκράτισσα Anna Karenina βλέπει την ζωή της να αλλάζει, όταν ξεκινά εξωσυζυγική σχέση με τον Κόμη Vronsky. Προσπαθώντας απεγνωσμένα να βρει την αλήθεια και το νόημα στη ζωή της, αψηφά απερίσκεπτα τις συμβάσεις της ρωσικής κοινωνίας κι εγκαταλείπει το σύζυγο και το γιο της για να ζήσει με τον εραστή της. Ο περίγυρός της την καταδικάζει και την εξοστρακίζει, ενώ οι ολοένα συχνότερες κρίσεις ζήλιας της αποξενώνουν τον κόμη, βυθίζοντάς την σταδιακά σε μια αδιέξοδη κατάσταση.

Στο πιο φιλόδοξο εγχείρημά του μέχρι σήμερα ο ταλαντούχος Joe Wright επιχειρεί μια μεταμοντέρνα κινηματογραφική διασκευή του βιβλίου του Tolstoy, αναπαριστώντας τα δρώμενα ως μια θεατρική παράσταση εν εξελίξει μέσα στην ταινία. Συμβολικό του "θεάτρου" που περιβάλλει την ηρωίδα, στο οποίο αρνείται να πάρει μέρος, προκαλώντας έτσι την τιμωρία της; Παραβολή για την "παράσταση" της ζωής; Πραγματεία πάνω στην ενότητα και την αλληλεπίδραση των μέσων έκφρασης της ανθρώπινης δημιουργικότητας ; Σε κάθε περίπτωση ένας καταρχήν ευπρόσδεκτος νεωτερισμός, δεδομένων και των πολυάριθμων διασκευών της ιστορίας σε κινηματογράφο και τηλεόραση.

Με το φακό του σε υπερδιέγερση και τα τρικ να πέφτουνε βροχή, o Wright προσφέρει στιγμές "ενορχηστρωτικής" ευφυΐας, χορογραφώντας τα πλάνα του πάνω στο μεθυστικό score του Dario Marianelli, όταν όμως καταλαγιάζει η αρχική έκπληξη, εκείνο που έχει σημασία είναι το δράμα. Το οποίο ασφυκτιά υπό την πληθωρικότητα της σκηνοθετικής προσέγγισης και υπονομεύεται από την αποσπασματική αφήγηση, που συχνά παραλείπει τις μεταβατικές σκηνές. Και καταρρακώνεται τελικά από τους δύο χαρακτηριστικά ακατάλληλους (ερμηνευτικά και φυσιογνωμικά) πρωταγωνιστές του.

The Impossible
The Impossible - 2012

alt

 

Ήταν λίγες ώρες μετά τα Χριστούγεννα του 2004, όταν ένας σεισμός 9,2 βαθμών Ρίχτερ κλόνισε την νοτιανατολική Ασία. Το φονικό τσουνάμι που ακολούθησε προκάλεσε 230.000 θανάτους, η πλειοψηφία εξ' αυτών στην Ινδονησία. Ο Henry (Ewan McGregor) και η Maria (Naomi Watts) με τους τρείς γιούς τους βρίσκονταν στην Ταϋλάνδη απολαμβάνοντας τις εξωτικές τους διακοπές. Το τσουνάμι τους χώρισε, όμως εκείνοι δεν τα παράτησαν προσπαθώντας να ξαναενωθούν χαμένοι στην άγνωστη χώρα.

Το «The Impossible» αφηγείται την αληθινή ιστορία μιας οικογένειας τουριστών που έζησε αυτή τη βιβλική καταστροφή. Ισπανική παραγωγή αυτό το δυνατό δράμα δια χειρός Juan Antonio Bayona έχει όλα τα φόντα για να κερδίσει τις εντυπώσεις και γιατί όχι να βρεθεί και στο δρόμο για τα Oscar.

Argo
Επιχείρηση: Argo - 2012

alt

 

Το 1979, Ιρανοί επαναστάτες εισβάλλουν στην αμερικανική πρεσβεία του Ιράν και πολλοί Αμερικανοί κρατούνται ως όμηροι. Ωστόσο, έξι καταφέρνουν να δραπετεύσουν μέχρι την επίσημη κατοικία του Πρέσβη του Καναδά και η CIA παίρνει τελικά τη διαταγή να τους βγάλει έξω από τη χώρα. Έχοντας λίγες επιλογές, ο ειδικός στη διαφυγή Tony Mendez καταστρώνει ένα τολμηρό σχέδιο: να δημιουργήσει μία ψεύτικη καναδική ταινία με τα γυρίσματά της να πραγματοποιούνται στο Ιράν και να περάσουν λαθραία τους έξι Αμερικανούς ως το συνεργείο της ταινίας. Ωστόσο, ο χρόνος εξαντλείται με τις ιρανικές δυνάμεις να πλησιάζουν όλο και πιο πολύ στην αλήθεια, ενώ τόσο οι ανώτεροί του Mendez όσο και ο Λευκός Οίκος φαίνεται να έχουν σοβαρές αμφιβολίες σχετικά με την επιχείρηση.

Ο Ben Affleck, ύστερα από το εξαιρετικό «The Town», επιστρέφει με ένα πολιτικό θρίλερ με έντονα τα στοιχεία πολέμου και διπλωματικών ραδιουργιών. Το γεγονός πως ο Affleck καταφέρνει να φέρει εις πέρας κάθε project που αναλαμβάνει σχεδόν μέχρι κεραίας, αν μη τι άλλο δημιουργεί μια αισιοδοξία για το μέλλον της έννοιας της σκηνοθετικής καρέκλας, που φαίνεται ότι δεν θα "αδειάσει" εύκολα. Δεν είναι τυχαίο ότι το «Argo» αποτελεί ένα από τα πιο δυνατά οσκαρικά φαβορί της φετινής χρονιάς.

The Hobbit: An Unexpected Journey
Χόμπιτ: Ένα Αναπάντεχο Ταξίδι

alt

Ο Bilbo Baggins (Martin Freeman) είναι ένα νεαρό Hobbit, το οποίο καλείται να αφήσει την ήρεμη ζωή και να ζήσει τη μεγαλύτερη περιπέτεια της ζωής του. Αναζητώντας κάποιον έμπιστο, ο μάγος Gandalf (Ian McKellen) εμπιστεύεται τον Bilbo να τον ακολουθήσει, έχοντας για παρέα δεκατρείς θαρραλέους νάνους των οποίων ηγείται ο θρυλικός πολεμιστής Thorin Oakenshield (Richard Armitage). Αποστολή τους είναι να επανακτήσουν το χαμένο βασίλειο του Erebor, το οποίο ο δράκος Smaug άρπαξε πολύ καιρό πριν από τους νάνους. Η γη που θα διανύσουν ο Bilbo και η παρέα του κρύβει θανάσιμες εκπλήξεις καθώς είναι γεμάτη από Goblins, Orcs, Wargs, γιγαντιαίες αράχνες και μάγους. Κι ενώ το ταξίδι τους οδηγεί ως το Lonely Mountain, η πορεία θα φέρει τον Bilbo πρόσωπο με πρόσωπο με το Gollum (Andy Serkis), στην πιο μοιραία συνάντηση της ζωής του...

Μία δεκαετία μετά, ο Peter Jackson επιστρέφει στα γνώριμα μονοπάτια της Μέσης Γης με το prequel του Αρχοντα των Δαχτυλιδιών, The Hobbit. Στη νέα ιστορία, συναντούμε ξανά τον θείο του Frodo Baggins, Bilbo, ο οποίος είχε τις δικές του περιπέτειες όταν ήταν νέος και ήταν μέρος μιας διαφορετικής συντροφιάς, η οποία αποτελούνταν κυρίως από νάνους (13 ζωή να χουν!) και από το μάγο Gandalf. Ο βασικός συνδετικός κρίκος με την τριλογία του Αρχοντα δεν είναι άλλος από το ίδιο το δαχτυλίδι, καθώς στις νέες ταινίες θα έχουμε την ευκαιρία να μάθουμε όλες τις λεπτομέρειες για το πως το πιο αναγνωρίσιμο μαγικό αντικείμενο του σύμπαντος του Tolkien, έφτασε στην κατοχή του Bilbo. Το τολμηρό εγχείρημα των εν λόγω νάνων (στο οποίο θα παρασύρουν και τον Bilbo) δεν είναι άλλο από το να επιστρέψουν στις χαμένες πατρίδες τους και να αποτολμήσουν το φαινομενικά ακατόρθωτο, δηλαδή να εναντιωθούν στο μοχθηρό δράκο Smaug που χρόνια πριν κατέκτησε αυτό που αποκαλούσαν σπίτι τους, τη "χρυσή πολιτεία" που έχτισαν οι νάνοι κάτω από το Μοναχικό Βουνό.

Το βασικό πλεονέκτημα της ταινίας είναι πως για μία ακόμα φορά ο Peter Jackson καταφέρνει να αποτυπώσει ιδανικά την ατμόσφαιρα ενός κόσμου, τόσο διαφορετικού από το δικό μας, αλλά ταυτόχρονα τόσο άρτιου, τόσο καλλιτεχνικά άψογου που μοιάζει απίστευτα εύκολο να χαθείς μέσα του. Όλα είναι σχεδόν όπως τα αφήσαμε. Το χομπιτόσπιτο του Bilbo στον πράσινο λόφο, η γενειάδα του Gandalf, τα αιμοδιψή Orcs, το παραμυθένιο Rivendell. Τα υψηλά μηνύματα του Tolkien πως ακόμα και τα πιο απλά πλάσματα, μπορούν να επιδείξουν σπουδαίες ικανότητες και να βιώσουν ένα μεγαλειώδες πεπρωμένο, πως η ταπεινότητα, η μεγαλοψυχία και η συμπόνια είναι οι σημαντικότερες αρετές που πρέπει να κατέχει ένας αληθινός ήρωας.

Το βασικό μειονέκτημα της ταινίας είναι πως δεν σου αφήνει μία αίσθηση πληρότητας. Σαν πρώτο μέρος μίας τριλογίας, το γεγονός αυτό είναι ως ένα σημείο δικαιολογημένο. Όμως ο Jackson δεν πετυχαίνει μία ομαλή μετάβαση από τη μία σκηνή στην άλλη, καθώς μοιάζουν ασύνδετες και γενικότερα δίνουν την αίσθηση πως δεν αφηγούνται μία συγκεκριμένη ιστορία, απλά είναι τοποθετημένες έτσι ώστε να "ζωγραφίζουν" ψήγματα από αλληλένδετους μεν, διαφορετικούς δε, μύθους. Γενικότερα ο σκηνοθέτης θέλει να πετύχει πολλούς και αντιφατικούς στόχους. Θέλει να πει την ιστορία του Bilbo, θέλει να ικανοποιήσει τους fans, θέλει να ενσωματώσει γνώριμα και αγαπητά στοιχεία, θέλει να εξερευνήσει πτυχές του Hobbit, που δεν τις εξερευνά ούτε το ίδιο το βιβλίο και φυσικά θέλει να βρει (ή και να επινοήσει) υλικό για τρεις, ολόκληρες ταινίες. Να σημειώσουμε πως για τη νέα τριλογία ο Jackson αντλεί υλικό, όχι μόνο από το βιβλίο αλλά και από σημειώσεις του ίδιου του Tolkien σχετικά με την υπόθεση και τους χαρακτήρες, υλικό που ίσως όμως θα έπρεπε να μείνει αχρησιμοποίητο. Ίσως και η νέα τεχνική που χρησιμοποίησε ο Jackson, (48frames per second, δηλαδή 48 καρέ ανά δευτερόλεπτο αντί του συνηθισμένου 24 καρέ ανά δευτερόλεπτο) να συμβάλλει σε αυτή την αίσθηση.

Ο Martin Freeman πείθει για hobbit, αν και είναι σχετικά άβολος σε ορισμένες στιγμές. Και ναι, σίγουρα ένα hobbit μακριά από την ασφάλεια του σπιτιού του, παρασυρμένο σε ριψοκίνδυνες περιπέτειες έχει το δικαίωμα να είναι κάπως νευρικό, αλλά παρακολουθούμε ταινία επικής φαντασίας και όχι μελόδραμα του Woody Allen. Κατά τ' άλλα η μουσική του Howard Shore είναι ξανά μαγευτική, ο Ian McKellen απολαυστικός όπως πάντα αν και φαίνεται λιγάκι κουρασμένος και ο Richard Armitage μοιάζει ιδανική επιλογή για το ρόλο του έκπτωτου βασιλιά των Νάνων, Thorin Oakenshield. Γενικότερα η κομπανία των Νάνων είναι από διασκεδαστική ως απλά φανταστική. Την παράσταση κλέβει και πάλι ο Andy Serkis, σε μία πιο πρώιμη απεικόνιση του θλιβερού Gollum. Η σκηνή που μοιράζεται με τον Freeman είναι από τις καλύτερες της ταινίας.

Τελικά ευτυχώς που το Hobbit θα γυριστεί σε τριλογία. Ίσως οι δύο επόμενες ταινίες να είναι καλύτερες...

Jame Bond 007 Skyfall

alt

Μπορεί να είχε έρθει απλώς το πλήρωμα του χρόνου για την ανανέωση. Η χρονική συγκυρία, ωστόσο, έδειχνε πως ενώ ο πράκτορας του Ian Fleming πλησίαζε τον μισό αιώνα παρουσίας στο πανί, ένας άλλος πράκτορας, ο Bourne του Liman (2002) και του Greengrass (2004), του πέταγε το γάντι. Τότε, αρκετοί ήταν εκείνοι που αντιλαμβάνονταν ότι τα παλαιομοδίτικα εφέ, οι εκκεντρικοί "σατανικοί" εχθροί, η διατήρηση σε βαθμό μουμιοποίησης ενός ψυχροπολεμικού κλίματος που μας είχε αφήσει από καιρό χρόνους και τα εξεζητημένα gadgets που εξόπλιζαν τον Βρετανό πράκτορα, δεν αποτελούσαν πλέον τη βασιλική οδό για μία χορταστική πρακτορο-περιπέτεια. Εντός της συγκεκριμένης συγκυρίας, ένα γενναίο reboot στο μύθο του 007 έμοιαζε επιβεβλημένο. Και να 'ναι καλά εκείνος που πρότεινε τον Daniel Craig στο ρόλο του Bond, καθώς με εκείνον μπροστάρη είδαμε έναν θρυλικό κινηματογραφικό ήρωα να επαναπροσδιορίζεται εκ βάθρων, αρχής γενομένης από το εξαιρετικό για το είδος του «Casino Royale» (2006).

Μπορεί το «Quantum Of Solace» (2008 ) που ακολούθησε να μην ήταν αυτό που θα περίμεναν οι περισσότεροι, τουλάχιστον από πλευράς fun value, ωστόσο οι βάσεις για μία δομική (επανα)προσέγγιση της περσόνας του James Bond είχαν πλέον τεθεί. Στη σύγχρονη εκδοχή του, ο ήρωας είναι τρωτός, ματώνει, έχει κρίση ταυτότητας, τα όποια gadgets του δε φλερτάρουν πια με την ακραία επιστημονική φαντασία, οι εχθροί του δεν κατασκευάζουν βάσεις στη σελήνη ή το βυθό και δεν σκοπεύουν αναγκαστικά να εκτοξεύσουν χημικά ή πυρηνικά όπλα, ενώ τα περίφημα και πάντα υπέροχα Bond girls μπορούν να πιάνουν απλώς χώρο στο κρεβάτι του (βλ. Τόνια Σωτηροπούλου στο «Skyfall»), να εξυπηρετούν τον απώτερο σκοπό του (Caterina Murino στο «Casino Royale») ή να τρυπώνουν στην καρδιά του (Eva Green), χωρίς απαραίτητα η παρουσία τους να λειτουργεί καταλυτικά ως το τελευταίο λεπτό της ταινίας. Κι ενώ τα κλεισίματα του ματιού στο πλούσιο φιλμικό παρελθόν του ήρωα δε λείπουν ποτέ, το «Skyfall» έρχεται να επιβεβαιώσει ότι ο Bond του Craig έχει ανοίξει πλέον ουσιαστικό διάλογο με τη νέα εποχή και τις ταινίες που την αποτυπώνουν.

Το ευτύχημα είναι ότι στο τιμόνι του «Skyfall» βρίσκεται ένας σκηνοθέτης με ταυτότητα. Ο Sam Mendes δείχνει να αντιλαμβάνεται πλήρως τη διττή φύση του εγχειρήματος που αναλαμβάνει και που χαρακτηρίζει πια κάθε σύγχρονο blockbuster που σέβεται τον εαυτό του, όπως συνέβη με την τριλογία-ορόσημο του Batman από τον Nolan. Από τη μία προσφέρει απλόχερα στον θεατή γερές δόσεις αδρεναλίνης, την ώρα που η προσοχή του παραμένει προσηλωμένη στην αποκαλυπτική σκιαγράφηση των κεντρικών χαρακτήρων της ταινίας και το προσεγμένα ευμετάβλητο δυναμικό των μεταξύ τους σχέσεων. Με προεξάρχοντες τους συνήθεις υπόπτους Craig και Dench (η τελευταία εμφανίζεται σε έναν κομβικό και εξαιρετικά ενισχυμένο ρόλο), τους Ralph Fiennes και Ben Whishaw να ακολουθούν επάξια και τη Berenice Marlohe να γκρεμίζει σαγόνια με το σεξαπίλ της, ο νέος κινηματογραφικός Bond, πενήντα ολόκληρα χρόνια από την πρώτη του παρουσία στο πανί με τον «Dr. No» και τον εμβληματικό Sean Connery στο ρόλο του ακατάβλητου κοσμοπολίτη πράκτορα, πορεύεται με θάρρος και ανυπέρβλητο βρετανικό αυτοσαρκασμό στα πιο ρεαλιστικά όσο και γοητευτικά σκοτεινά νερά που κολύμπησε ποτέ. Τόσο σκοτεινά, όσο σκοτάδι μπορεί να επιφυλάσσει το σκωτσέζικο τοπίο που φιλοξενεί την από κάθε άποψη απολαυστική τελική μάχη της ταινίας. Όχι τυχαία, επέλεξα να αφήσω για το τέλος ένα κρίσιμο κομμάτι της 23ης ταινίας του Bond. Ο "κακός" της υπόθεσης βρίσκεται στα πολλά υποσχόμενα χέρια του Javier Bardem, ενός αναμφίβολα ταλαντούχου ηθοποιού, όμως όχι κατ' ανάγκη μεγάλου, ο οποίος μπορεί το ίδιο εύκολα να σε καθηλώσει (όπως καλή ώρα στο «No Country For Old Men») όσο και να κινδυνεύσει να εκτεθεί (όπως κακή ψυχρή κι ανάποδη ώρα στα ούτως ή άλλως προβληματικά «Love In The Time Of Cholera» και «Goya's Ghosts»). Στο «Skyfall», ο Bardem πραγματοποιεί μία εξόχως επιβλητική είσοδο, ενώ συμβάλλει αποφασιστικά στη σύνθεση ενός αμφίρροπου και έντονα υπαινικτικού δίπολου με τον Craig. Το πρόβλημα όμως έγκειται στο ψυχολογικό υπόβαθρο του χαρακτήρα που του "επιφυλάσσουν" οι σεναριογράφοι κι από το οποίο δεν επιχειρεί να τον "προστατεύσει" ο Mendes. Το να "φορτώνουν" στον ήρωα του Bardem ένα κλασσικό σύνδρομο προδοσίας "μητρικής" προελεύσεως, παραείναι φτηνιάρικο και τετριμμένο για να αιτιολογήσει τα "σκοτεινά" του κίνητρα, ειδικά σε μία εποχή που οι περιπέτειες του Bond (υποτίθεται πως) έχουν αφήσει πίσω τους "κακούς" που φλερτάρουν με την καρικατούρα και τα ανέξοδα ψυχοπαθολογικά δεκανίκια. Ανάλογο ζήτημα θυμίζω πως αντιμετώπισε κι ο Amalric στο «Quantum Of Solace», ενώ μόνο ο Mikkelsen του «Casino Royale» κατάφερε να ξεπεράσει αυτή τη χρόνια "παγίδα" (κατ' άλλους ευπρόσδεκτο χαρακτηριστικό) της saga. Μήπως λοιπόν ήρθε η ώρα, εν όψει και των δύο εξασφαλισμένων συνεχειών της σειράς ταινιών Bond με τον Daniel Craig στις επάλξεις, που ο ήρωας θα ενταχθεί πλήρως στη νέα εποχή με την οποία έχει ανοίξει από καιρό πια διάλογο;



Killing Them Softly-Σκότωσέ Τους Γλυκά
alt

Μια αφαιρετική, πένθιμη μπαλάντα για δύο άνδρες, τον αυτοκαταστροφικό παράνομο και το δειλό επίδοξο αντικαταστάτη του, με ελεγειακό score και στοιχειωτική εικονογραφία, που λειτουργούσε σαν στοχασμός πάνω στη διαδικασία παραγωγής μύθων και στο αντίκτυπο της διασημότητας σε εκείνους που την κατέχουν και σε εκείνους που την εποφθαλμιούν. Το «The Assassination of Jesse James by the Coward Robert Ford» ήταν η ταινία που ανέδειξε τον Andrew Dominik σε έναν από τους πιο υποσχόμενους δημιουργούς της νέας γενιάς. Και τώρα το ακολουθεί το «Killing Them Softly».

Η πλοκή και πάλι "χαλαρή". Το genre ξανά η αφορμή για να πλάσει ένα θέαμα διαφορετικού προσανατολισμού. Μόνο που εδώ ο στοχασμός συνοψίζεται σε ένα στεγνό αντιαμερικανισμό, διατυπωμένο με καφενειακούς όρους, δοσμένο δίχως ίχνος λεπτότητας. Πρόκειται για ένα φιλμ που με περίσσια χοντροκοπιά σου λέει συνέχεια τί πρέπει να σκεφτείς, πότε μέσω αποσπασμάτων από ομιλίες νυν και υποψήφιων αμερικανών προέδρων, πότε μέσω των ίδιων των ηρώων του, που όταν δεν φλυαρούν ακατάπαυστα, γνωστοποιούν με υπερβάλλουσα επεξηγηματικότητα την επιφανειακή ιδεολογική ατζέντα του φιλμ.

Έτσι το στυλιζάρισμα καταπνίγεται από τη δημαγωγία. Κι έτσι ο Dominik υπογράφει την πρώτη μεγάλη απογοήτευση της σεζόν.

Cloud Atlas

alt

Το βιβλίο «Cloud Atlas» του David Mitchell είναι ένα υπερφιλόδοξο λογοτεχνικό πόνημα: στην πραγματικότητα πρόκειται για έξι βιβλία σε ένα, με αφηγήσεις δομημένες σαν πυραμίδα, που διακόπτουν η μία την άλλη για να ολοκληρωθούν δεκάδες σελίδες μετά, για έξι διαφορετικά λογοτεχνικά είδη (με αντίστοιχη περίτεχνη χρήση της γλώσσας) που συμπλέκονται με εντυπωσιακό τρόπο. Η κινηματογραφική ταινία «Cloud Atlas» των αδερφών Wachowski και του Tom Tykwer είναι ένα εξίσου φιλόδοξο κινηματογραφικό δημιούργημα: τρεις σκηνοθέτες, έξι διαφορετικά κινηματογραφικά είδη, μια δεκάδα σημαντικών ηθοποιών που εναλλάσσονται σε 50 εντελώς διαφορετικούς ρόλους. Παρά τις εγγενείς αδυναμίες μιας τέτοιας κινηματογραφικής μεταφοράς (το βιβλίο του Mitchell ήταν, περισσότερο από όλα, μια άσκηση λογοτεχνικών ειδών και ύφους), το «Cloud Atlas » των Wachowski και Tykwer είναι ίσως η καλύτερη δυνατή ταινία που θα μπορούσε να προκύψει από ένα τόσο δαιδαλώδες βιβλίο.

Η άσκηση λογοτεχνικού ύφους μετατρέπεται σε άσκηση στα διαφορετικά κινηματογραφικά είδη (ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η αντίστιξη του μελλοντολογικού κομματιού της ιστορίας με την ατμόσφαιρα των ιστοριών που διαδραματίζονται στον 19ο και 20ο αιώνα), ενώ η επιλογή της συνεχούς εναλλαγής μεταξύ των ιστοριών, παρά το ότι στην αρχή μπερδεύει/ξενίζει τον θεατή, τελικά λειτουργεί πολύ καλά κινηματογραφικά. Τέλος, η χρήση των ίδιων ηθοποιών -μία πλειάδα σταρ, μεταξύ των οποίων οι Tom Hanks, Hale Berry, Jim Sturgess, Hugh Grant, Ben Whishaw, Susan Sarandon- για πολλούς ρόλους, αν και σίγουρα αποπροσανατολίζει μέχρι ενός σημείου τους θεατές από την ουσία της ταινίας, τελικά λειτουργεί αρκετά επιτυχημένα ως εφαρμογή της γενικής ιδέας του φιλμ ότι "όλα συνδέονται", πως οι ζωές και οι εμπειρίες των ανθρώπων διαπερνούν την Ιστορία από γενιά σε γενιά. Και πως, τελικά, δεν υπάρχει καμία ιστορία (ή, έστω, ιστορίες), που δεν μπορεί να αφηγηθεί το σινεμά.

The Twilight Saga: Breaking Dawn - Part 2-Χαραυγή - Μέρος 2o

alt

Ότι τα τελευταία χρόνια το κύριο target group της mainstream κινηματογραφικής παραγωγής είναι τα άτομα ηλικίας 15-24 ετών, έχει γραφτεί χιλιάδες φορές. Λιγότερες φορές όμως έχει γραφτεί ότι το κύριο target group της mainstream κινηματογραφικής παραγωγής είναι τα αγόρια ηλικίας 15-24, λες και θεωρείται αυτονόητο ότι η "πελατεία" είναι κατά κύριο λόγο γένους αρσενικού. Η πρωτοπορία του Twilight έγκειται στο ότι συνιστά το πρώτο κοριτσίστικο μπλοκμπάστερ της εποχής του franchise (το οποίο αντικατέστησε τα ονόματα στη μαρκίζα, ως πόλο έλξης για το φιλοθεάμον κοινό). Από εδώ και πέρα οι θηλυκής ευαισθησίας υπερπαραγωγές αναμένεται να πληθύνουν -ο χορός άνοιξε ήδη με το «The Hunger Games», ενώ φέτος αναμένουμε τα «Warm Bodies» και «The Host»-. Λίγο προτού παραδώσει οριστικά τη σκυτάλη στα επόμενα franchise ανάλογου προσανατολισμού, το Twilight κλείνει τον επιτυχημένο του κύκλο με την (πιθανότατα) τελευταία ταινία της σειράς, το «Twilight Saga - Breaking Dawn Part 2».

Όλα ξεκίνησαν με το «Twilight» της Catherine Hardwick, ένα χαμηλότονο, τρυφερό νεορομαντικό δράμα, βασισμένο στο ομώνυμο μυθιστόρημα της Stephanie Meyer. Η λεπτότητα της Hardwick εγκαταλείφθηκε στα επόμενα δύο θορυβώδη, χαρακτηριστικά ανοικονόμητα, αφόρητα μελοδραματικά και αδιανόητα φαιδρά sequel «New Moon» και «Eclipse»(των Chris Weitz και David Slade αντίστοιχα). Αναλαμβάνοντας να σκηνοθετήσει το διμερές «Breaking Dawn» ο Bill Condon (της φήμης του «Gods and Monsters») αποκατέστησε την αξιοπρέπεια του franchise, επαναφέροντας την εγκράτεια της Hardwick και προσθέτοντας μια λεπτή ειρωνεία πάνω στα δρώμενα, όπου απαιτείται.

Το «Twilight Saga - Breaking Dawn Part 1», καίτοι ευπρεπές, ήταν ανεπεισοδιακό, φαντάζοντας σαν ένας ιδιαίτερα μακροσκελής πρόλογος και εγείροντας ερωτηματικά για την καλλιτεχνική σκοπιμότητα του τεμαχισμού του επιλόγου σε δύο μέρη. Αντιθέτως σ' αυτό το δεύτερο μέρος η πλοκή τρέχει διαρκώς, υπαγορεύοντας ανάλογα γρήγορους ρυθμούς στην αφήγηση. Για πρώτη φορά το ενδιαφέρον δεν εστιάζεται αποκλειστικά στο γνώριμο τρίγωνο, αλλά απλώνεται σε μια σειρά από παλιούς και νέους χαρακτήρες, δίνοντας την αίσθηση ενός ευρύτερου φιλμικού σύμπαντος. Και για πρώτη φορά οι υποσχέσεις για μια επική κορύφωση μετουσιώνονται σε μια απρόσμενης αγριότητας και κλιμακούμενου ενδιαφέροντος σύγκρουση, στημένη με μεράκι από τον Condon. Φυσικά δε λείπουν το τηλεοπτικής λογικής αμπαλάρισμα σκηνών με indie μελωδίες, οι πόζες περιοδικού από τους φωτογενείς πρωταγωνιστές και ο καθιερωμένος συγχρωτισμός του ερωτευμένου ζεύγους στα λιβάδια. Φαντάζομαι πως τα στοιχεία αυτά βρίσκονται εκεί προς τέρψη του target group, αποτελώντας κάτι ανάλογο με την ομοβροντία CGI και τις μεγαλόστομες εξάρσεις "ανδριοσύνης" στις "ρομποτειάδες" του Michael Bay - και κάτι λιγότερο ενοχλητικό από τα δεύτερα, αν θες τη γνώμη μου, χωρίς αυτό βέβαια να τα κάνει και ευπρόσδεκτα -. Το οποίο target group υποθέτω πως θα συγκινηθεί στο φινάλε με το κολάζ αναδρομής στα περασμένα και τις εξαγγελίες παντοτινής αγάπης του Edward προς τη Bella.

"Για πάντα", είναι η φράση που κλείνει την ταινία και την εποποιία ταυτόχρονα. Και τώρα που έπεσε η αυλαία, ήρθε η ώρα να αναρωτηθούμε. Είναι το Twilight ένα ρομάντζο διαχρονικό, πλασμένο για να το "επισκεπτόμαστε" εκ νέου μέχρι το "λυκόφως" της ύπαρξής μας; Στα δικά μου μάτια όχι. Γιατί δεν έχει τη στόφα του κλασσικού. Γιατί όταν κοπάσει η εφηβική φρενίτιδα γύρω από την εικόνα του (υποσχόμενου, όπως μαρτυρά και η εμφάνισή του στο «Cosmopolis») Pattinson, θα υπερισχύσει ο συντηρητισμός της πένας της Meyer, o οποίoς "αφυδατώνει" τους χυμούς του έρωτα. Και γιατί οι καταραμένοι έρωτες είναι εκείνοι που κερδίζουν τη μάχη με το χρόνο. Ό,τι και να λέμε όμως, στο τέλος θα αποφασίσουν τα κορίτσια.

Taken 2-Η Αρπαγή 2

alt

 Το περιμέναμε εναγωνίως και, ως ένα βαθμό, μας αντάμειψε! Το «Taken 2» ήρθε τέσσερα χρόνια ύστερα από το low budget φιλμ του Pierre Morel, δεν βιάστηκε, πήρε τον χρόνο του και τον αξιοποίησε επαρκώς. Ο Luc Besson επέλεξε να δώσει ένα χαρακτήρα δικαίου στη συνέχεια της ιστορίας του, χωρίς να προδώσει το αρχικό concept. Οι συγκρίσεις με το πρώτο μέρος θα ήταν άδικες και εν τέλει ασήμαντες, αφού η ταινία του Olivier Megaton δεν χρειάζεται εξωτερικά σημεία αναφοράς. Εντάξει, λείπει το ξάφνιασμα και η πρωτοτυπία του «Taken», όμως το sequel δεν παύει να έχει κάποια στοιχεία που το κάνουν ξεχωριστό.

Διαφορετικός σκηνοθέτης, διαφορετικός σκηνικό, διαφορετική κατανομή και ισορροπία στους πρωταγωνιστικούς ρόλους. Αυτή τη φορά, δεν πρόκειται για ένα "die hard" one man show. Οι ρόλοι αλλάζουν, οι απαχθέντες είναι οι γονείς, που ήρθε η ώρα να αισθανθούν και αυτοί στην πράξη την ανάγκη της κόρης τους να ξεφύγει από το παρελθόν και να αισθανθεί όσο πιο "φυσιολογική" μπορεί. Η ιστορία του Besson χρειαζόταν έναν τρόπο, ένα σημείο ολοκλήρωσης, και το ανακάλυψε στη βιωματική και συναισθηματική συμμετοχή όλων των μελών της οικογένειας, σε κάθε πτυχή και σε κάθε θέση της δυσάρεστης περιπέτειας της: όλοι έπεσαν στα χέρια των απαγωγέων, όλοι ανησύχησαν, όλοι κινδύνεψαν, όλοι προσπάθησαν να επιβιώσουν και να γίνουν ήρωες. Μήπως αυτό συμπληρώνει (για το "ολοκληρώνει" δεν είμαι σίγουρος!) την ιστορία της πρώτης ταινίας;

Η Κωνσταντινούπολη προσφέρει ένα πρώτης τάξεως σκηνικό για περιπέτεια και πολιτισμικές αντιθέσεις, εκείνες που υπάρχουν πάντα όταν η ανατολή συναντά τη δύση. Η πόλη βρίσκεται σε σύγχυση, παρασύροντας τους χαρακτήρες και την κίνηση της κάμερας σε διάθεση αγωνιώδους σασπένς που, αν και γνωρίζουμε όλοι πως θα καταλήξει, έχει ενδιαφέρουσες διακυμάνσεις και ευρήματα. Η επεξηγηματικότητα του σεναρίου, που έτσι κι αλλιώς χαρακτηρίζει τον Besson, δεν θα μπορούσε να είναι πιο γλαφυρή. Οι σκηνές που ο Liam Neeson μετράει και προσπαθεί να αναγνωρίσει κάθε εξωτερικό ήχο, έχοντας τα μάτια δεμένα, και ύστερα εξηγεί λεπτομερώς στην κόρη του πως να πάει να τους βρει, είναι το highlight αυτού του επεξηγηματικού ψυχαναγκασμού.

Δεν θα μου κάνει καμία εντύπωση αν συνεχιστεί αυτή η ιστορία της αρπαγής, της εκδίκησης και της επίδειξης ικανοτήτων. Θα πρόκειται μάλλον για υπερβολή. Το «Taken 2», δεν ήταν. Ήταν το κομμάτι που έλειπε από το πρώτο μέρος για να αποδοθεί δικαιοσύνη, να ισορροπήσει η σχέση της οικογένειας και να επιστρέψουν όλοι στο πολυπόθητο "normal". Σοβαρή, με επιχειρήματα και με ισχυρή δόση μιας, κατά κοινή ομολογία, καλοδεχούμενης υπερβολής, η συνέχεια της ταινίας που μας ξάφνιασε ευχάριστα το 2008, κατάφερε να κάνει το ίδιο, προς μεγάλη μας ικανοποίηση...

Asterix And Obelix God Save Britannia-Αστερίξ Και Οβελίξ Στη Βρετανία

alt

Κύριο στοιχείο και πηγή παραγωγής ασταμάτητων gag στα τεύχη όπου οι Γαλάτες ήρωες συναντούν χαρακτήρες άλλης εθνικής καταγωγής είναι η πολιτιστική σύγκρουση, όπως αναδεικνύεται μέσα από μια μεταμοντέρνα σατιρική αντιπαραβολή των στερεοτυπικών χαρακτηριστικών των εθνοτήτων. Μεταφέροντας στο πανί ένα από τα πιο αγαπητά στους απανταχού φαν τεύχη του Αστερίξ, το «Asterix And Obelix God Save Britannia», ο Laurent Tirard επικεντρώνεται στις διαφορές ανάμεσα στους Βρετανούς και τους Γαλάτες κι έτσι μένει πιστός στο comic, έστω κι αν συστήνει 2-3 νέους χαρακτήρες και προσθέτει και στοιχεία από το αμέσως επόμενο (χρονολογικά, επειδή στην Ελλάδα η Μαμούθ Comix δεν κυκλοφόρησε τις περιπέτειες του Γαλάτη ήρωα με χρονολογική σειρά) τεύχος, το 'Ο Αστερίξ και οι Νορμανδοί'. Το «Asterix et Obelix: Mission Cleopatre» βέβαια παραμένει η πιο επιτυχημένη, ως προς την απόδοση του "αναρχίζοντος" χιούμορ, μεταφορά του comic στην οθόνη, ωστόσο ετούτο εδώ είναι το αμέσως επόμενο στην αξιολογική κατάταξη.

Σοφή επιλογή η διαδοχή του (παντού και πάντα) "άχρωμου" Clovis Cornillac από τον Edouard Baer στο ρόλο του κοντοπίθαρου ήρωα με το "αλεποειδές" παρουσιαστικό, σοφή και η διατήρηση του Gerard Depardieu στο ρόλο του λατρεμένου μενιροποιού. Και σε αυτό το σημείο να ευχηθούμε καλή τύχη στην παραγωγή, που, αν πιστέψουμε τον Depardieu, που δηλώνει πως αυτή είναι η τελευταία του εμφάνιση ως Οβελίξ, θα κληθεί να τον αντικαταστήσει. Θα δυσκολευτούν να βρουν ηθοποιό, όπως ο βετεράνος γάλλος σταρ, που να συνδυάζει δηλαδή ένα ανεπτυγμένο κωμικό ένστικτο με την κατάλληλη φυσιογνωμία και σωματοδομή.

To Rome With Love-Στη Ρώμη Με Αγάπη

alt

Το «To Rome with Love» είναι μια ευχάριστα χλιαρή ταινία. Είναι, στην πραγματικότητα, μια ελαφρώς αμήχανη συρραφή από βινιέτες που διαδραματίζονται στην αιώνια πόλη και οι οποίες επηρεάζουν και επηρεάζονται από την πόλη αυτή -από την ιστορία της, από την κουλτούρα της, από τους ανθρώπους και τις γειτονιές της. Το πρόβλημά της δεν είναι ότι λείπουν οι πρωτότυπες ιδέες ή οι ξεκαρδιστικές στιγμές - ο Woody Allen είναι ακόμα μια αστείρευτη πηγή ιδιοφυούς χιούμορ, και το αποδεικνύει άμα τη εμφανίσει του στην οθόνη (ο Jerry, ο χαρακτήρας που υποδύεται ο Allen, έχει μερικές από τις πιο αβίαστα ξεκαρδιστικές ατάκες της ταινίας), αλλά στο ότι οι ιδέες και η δυναμική των τεσσάρων ιστοριών που επιλέγει να ξεδιπλώσει, μοιάζουν να εξαντλούνται πολύ γρηγορότερα από την ίδια την διάρκειά τους. Όλες μοιάζουν με σύντομες ιστορίες που θα μπορούσε να ξεπετάξει ο δαιμόνιος Woody σε μερικές ξεκαρδιστικές σελίδες, κι όχι σε σενάριο μεγάλου μήκους ταινίας του με προϋποθέσεις: από τo πανέξυπνο εύρημα του τιποτένιου ανθρωπάκου που τραβά απροσδόκητα τα φώτα της δημοσιότητας, μέχρι τον τενόρο της ντουζιέρας (μια ξεκαρδιστική εικόνα, που αξίζει να σημειωθεί ότι θυμίζει ιδιαίτερα ένα πολύ αγαπητό σκετσάκι των Α.Μ.ΑΝ.Exclamation mark), η ταινία είναι γεμάτη από έξυπνες, αστείες ιδέες που ωστόσο ξεφουσκώνουν γρήγορα, αφήνοντας μια αίσθηση ανίας και αμηχανίας.

Ο Woody Allen δεν περνά κρίση, ούτε βρίσκεται σε τέλμα, όπως πολλοί σπεύδουν να τον κατηγορούν. Απλώς, έκανε μία ταινία που "δεν του βγήκε". Και μπορεί εκείνος να στέλνει την αγάπη του στη Ρώμη, όμως εμείς περιμένουμε ήδη την επόμενη στάση του σε κάποια άλλη ευρωπαϊκή πόλη -ή και την επιστροφή του στο Μανχάταν.

 

Madagascar 3: Europe's Most Wanted-Μαδαγασκάρη 3: Οι Φυγάδες Της Ευρώπης
alt

Η τρίτη ταινία της επιτυχημένης σειράς ψηφιακών animation της DreamWorks περνά αυτή τη φορά από την Ευρώπη, κάνοντας μάλιστα πρεμιέρα στο 65ο φεστιβάλ των Καννών. Είναι πάντως χαρακτηριστικό πως η συγκεκριμένη διοργάνωση έχει φιλοξενήσει κατά το παρελθόν αρκετές γνωστές παραγωγές της ανωτέρω εταιρείας, όπως τα δύο πρώτα «Shrek» και το «Kung Fu Panda», επιβεβαιώνοντας ξανά τις καλές μεταξύ τους σχέσεις.

Το «Madagascar 3» είναι η πρώτη ταινία της τριλογίας που θα προβληθεί σε 3D. Όλοι οι γνωστοί ηθοποιοί που δανείζουν τις φωνές τους παραμένουν στις επάλξεις (Ben Stiller, Chris Rock, David Schwimmer, Jada Pinkett Smith, Sacha Baron Cohen), ενώ με ενδιαφέρον αναμένονται οι προσθήκες των Jessica Chastain και Frances McDormand. Προσθήκες όμως έχουμε στο σκηνοθετικό δίδυμο των Eric Darnell και Tom McGrath όπου πλέον συναντάμε και τον Conrad Vernon («Shrek 2», «Monsters Vs Aliens»), ενώ με αυξημένη περιέργεια περιμένουμε την επίδραση που θα έχει στο σενάριο η εμπλοκή του Noah Baumbach, σκηνοθέτη και σεναριογράφου του «The Squid And The Whale».

Ο Θεός Αγαπάει Το Χαβιάρι
alt

 

Ας μιλήσουμε λίγο για λαϊκά θεάματα. Το λαϊκό θέαμα είναι πρώτα από όλα εύληπτο. Φιλοδοξώντας να προσελκύσει ένα κοινό θεαματικά ευρύτερο από εκείνο που έχει εντρυφήσει στις ιδιαιτερότητες της τέχνης που εκπροσωπεί, ο καλλιτέχνης του λαϊκού θεάματος απευθύνεται με τρόπο απλό και κατανοητό στα φτωχότερα κοινωνικά στρώματα (κυρίως). Αφουγκράζεται τις ανησυχίες τους και τις εντάσσει σε ένα στρωτό αφηγηματικά σύνολο που βασικό στόχο έχει την ψυχαγωγία. Δεν διστάζει όμως να οδηγήσει το κοινό του (πάντοτε με ένα μη εξεζητημένο τρόπο) σε διαδικασία ενδοσκόπησης και αυτοκριτικής. Στο πρόσωπο του Καραγκιόζη, που πασχίζει με κουτοπόνηρα τεχνάσματα να πιάσει την καλή, ο θεατής αναγνωρίζει δικά του ελαττώματα και χαμηλώνει πρόσκαιρα το βλέμμα. Ανάλογο παράδειγμα από το σινεμά εντοπίζεται στα φαρσικά παθήματα του "φτωχοδιάβολου" του Βέγγου. Αυτό το στοιχείο είναι που κάνει το λαϊκό θέαμα να ξεχωρίζει από την εκφυλισμένη μορφή του, το λαϊκίστικο θέαμα, που κολακεύει ξεδιάντροπα τον θεατή, προκειμένου να γίνει αρεστό.

«Ο Θεός αγαπάει το Χαβιάρι», η νέα ταινία του Γιάννη Σμαραγδή, υπάγεται στη δεύτερη κατηγορία, αυτή του λαϊκίστικου θεάματος. Ο Σμαραγδής ανάγει τον Ιωάννη Βαρβάκη, που έφυγε από την χώρα ως πειρατής και γύρισε ως τρανός επιχειρηματίας με διάθεση να συμβάλλει στην απελευθέρωση και την ανεξαρτητοποίηση του ελληνικού κράτους από την οθωμανική αυτοκρατορία, σε πρότυπο έλληνα πολίτη. Εκείνου δηλαδή που αποτάσσεται την ιδιοτέλεια για χάρη της συλλογικότητας. Στην πορεία όμως προς τον τελικό του στόχο ο Σμαραγδής προχωρεί σε ενέσεις φτηνού πατριωτισμού, σε επισημάνσεις περί εθνικής ανωτερότητας και, σε δύο σκηνές που φλερτάρουν με την ακούσια αυτοπαρωδία, στην απόδοση θεόπνευστου χαρακτήρα στα πεπραγμένα του Βαρβάκη. Η προσέγγιση του έλληνα δημιουργού διαφέρει μεν σημαντικά από τη χυδαιότητα της εθνικιστικής υπερβολής των παραγωγών του James Parish, κύριο μέλημά της όμως είναι να χαϊδέψει τα αυτιά του έλληνα θεατή της, απευθυνόμενη στην περηφάνια του, την οποία προσπαθεί να ανορθώσει με τους προαναφερθέντες, συζητήσιμους τρόπους. Αν αυτό δεν είναι λαϊκισμός, δεν ξέρω τι άλλο μπορεί να είναι.

Κατά τα λοιπά η ενδιαφέρουσα ιδέα της διπλής αφήγησης (ο μύθος απέναντι στην πραγματικότητα) εγκαταλείπεται μετά το πρώτο εικοσάλεπτο, η μετάβαση από την αγγλική στην ελληνική γλώσσα συχνά υπερβαίνει τα όρια της αυθαιρεσίας, οι guest εμφανίσεις γνώριμων φυσιογνωμιών λειτουργούν αποπροσανατολιστικά, εμποδίζοντας την όποια "απορρόφηση" από τα δρώμενα, ενώ ο κεντρικός χαρακτήρας μεταβάλλεται διαρκώς, ανάλογα με το τι εξυπηρετεί κάθε σκηνή. Σύγχυση και πλήξη. Ή αλλιώς καλωσορίσατε στον κόσμο του εγχώριου αφηγηματικού σινεμά.

The Hunt-To Κυνήγι

alt

Δεκατέσσερα χρόνια μετά το συνταρακτικό «Festen», την πρώτη ταινία που γυρίστηκε με τους κανόνες και τις νόρμες του αφαιρετικού κινήματος "Δόγμα 95", και μόλις δύο χρόνια μετά το σχετικά άγνωστο «Sumbmarino», ο Δανός Thomas Vinterberg επιστρέφει με αυτό που ξέρει να κάνει καλά, αν όχι καλύτερα από όλους: ένα βορειοευρωπαϊκό κοινωνικό δράμα που έλαβε τρία βραβεία στις φετινές Κάννες, ενώ ήταν υποψήφιο και για τον πολυπόθητο Χρυσό Φοίνικα. Και αυτό από μόνο του είναι breaking news για την κινηματογραφική κοινότητα μιας και αρκετοί ήταν αυτοί που αμφισβήτησαν τη σκηνοθετική του δεινότητα τα τελευταία χρόνια, υποστηρίζοντας ότι ο Vinterberg δεν ήταν τίποτα άλλο παρά ένας υπερεκτιμημένος προκλητικός νεανίας, μια "φούσκα" που έσκασε με το τέλος του Δόγματος, μιας και η φιλμογραφία του μετά το «Festen» περιορίστηκε κυρίως σε videoclips, τηλεταινίες και άλλα τέτοια "ποταπά".

Το «The Hunt», το σενάριο του οποίου συνυπογράφει ο Tobias Lindholm, σίγουρα ήρθε για να ανατρέψει τα παραπάνω (αν και κατά τη γνώμη της γράφουσας το «Submarino» του 2010 το είχε ήδη κάνει). Το ψέμα και η ιλιγγιώδους ταχύτητας εξάπλωση του σε μια τοπική κοινωνία, η μαζική υστερία που το ακολουθεί, η αδυναμία του αποδιοπομπαίου τράγου να σώσει τον εαυτό του και η τελική περιθωριοποίηση είναι οι άξονες γύρω από τους οποίες μπλέκεται το θεματικό γαϊτανάκι. Και όλα αυτά όμορφα φιλτραρισμένα μέσα από την ψυχρή κάμερα του Vinterberg, που το λιγότερο που μπορεί να κάνει είναι να δημιουργήσει μια υποβλητική και αγχωτική ατμόσφαιρα καθ' όλη τη διάρκεια του φιλμ. Φυσικά, ειδική μνεία πρέπει να γίνει για την εκπληκτική ερμηνεία του Mads Mikkelsen (ίσως να τον θυμάστε ως τον "κακό" στο «Casino Royale»), στην εκφραστική δεινότητα του οποίου στηρίζεται ουσιαστικά η όποια επιτυχία της ταινίας. Δικαιωματικά, λοιπόν, πήρε το βραβείο ανδρικής ερμηνείας στις Κάννες.

Εκεί, ωστόσο, που έχουμε σοβαρές ενστάσεις είναι στο σεναριακό κομμάτι. Ένα μικρό παιδί λέει ένα αθώο ψέμα, όπως γίνεται πάντα άλλωστε. Όταν, ωστόσο, το ψέμα αυτό μπλέκεται με ζητήματα ηθικής, οι ενήλικοι της ταινίας το θεωρούν πραγματικό δεδομένο χωρίς ούτε στιγμή να αμφισβητήσουν τη βασιμότητά του. Και όχι μόνο δεν ελέγχεται αυτή η βασιμότητα από τους αρμόδιους φορείς - σε μια χώρα μάλιστα που υποτίθεται ότι το σύστημα απονομής δικαιοσύνης είναι υψηλού επιπέδου -, αλλά ακόμα και το ίδιο το θύμα παρουσιάζεται μουδιασμένο, αν όχι παντελώς αδιάφορο στο να αποκαλύψει την αλήθεια, παρόλο που εμφανώς το πνίγει το άδικο. Η μόνη αντίδρασή του είναι τα ξεσπάσματά του προς τους κατήγορούς του και έως τότε φίλους του, χωρίς όμως να διεκδικεί ούτε στιγμή την αποκατάσταση της αλήθειας, αποδεχόμενο μοιρολατρικά την κατάσταση στην οποία βρέθηκε. Και ναι μεν, η ψυχολογία της μάζας είναι τόσο επικίνδυνη που ενδέχεται να οδηγήσει σε τέτοιου είδους ισοπεδωτικές υπεραπλουστεύσεις, αλλά είναι εξαιρετικά δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι η λογική και ο ορθολογισμός μιας ολόκληρης κοινωνίας, πόσω μάλλον της ίδιας της συζύγου του και των επί χρόνια κολλητών του, εξαφανίζονται ως δια μαγείας ακόμα και σε μια ακραία κατάσταση όπως αυτή που περιγράφεται.

Το «The Hunt» σε κάθε περίπτωση δεν παύει να είναι το έργο ενός σημαντικού σκηνοθέτη και, παρά τις όποιες προβληματικές πτυχές του, είναι γνήσιο δείγμα μεσοαστικού βορειοευρωπαϊκού δράματος με δυνατή πρωταγωνιστική ερμηνεία που δύσκολα θα αφήσει κάποιον αδιάφορο.

Ice Age: Continental Drift
Η Εποχή Των Παγετώνων: Ο Χορός των Ηπείρων

alt

Είναι λίγο πολύ σε όλους μας γνωστό το προαιώνιο κυνήγι του Scrat που προσπαθεί ανεπιτυχώς να πιάσει το αναθεματισμένο βαλανίδι! Χάρη σε αυτό όμως, ενεργοποιείται μία αλληλουχία κατακλυσμιαίων αλλαγών που επηρεάζει όλο τον πλανήτη. Με τις ηπείρους να διαχωρίζονται βίαια και τις συνθήκες να αλλάζουν ραγδαία, το γνώριμο παρεάκι που αποτελείται από τον βραδύποδα Sid (John Leguizamo), το μαμούθ Manny (Ray Romano) και τον προϊστορικό τίγρη Diego (Denis Leary), καλείται να σαλπάρει για την πιο τρελή περιπέτεια. Μέσα σε αυτόν τον κακό χαμό, το... κοπάδι ανακαλύπτει τον έρωτα και ξανασμίγει με χαμένους συγγενείς, ενώ πρέπει να τα βάλει μία συμμορία θαλασσοδαρμένων πειρατών που του φράσσει το δρόμο της επιστροφής στη γη του.

Το «Ice Age» είναι ένα franchise που αρέσει στο κοινό. Η ανοδική πορεία που ακολουθούν οι εισπράξεις από ταινία σε ταινία στέκει ως ατράνταχτη μαρτυρία της αποδοχής του. Μεγάλο μέρος αυτής οφείλεται στον χαρακτήρα του Scrat, έναν κρετίνο σκίουρο που κυνηγά μανιωδώς ένα βελανίδι, προκαλώντας βιβλικές καταστροφές. O χαρακτήρας του Scrat εκπροσωπεί μια slapstick αθωότητα που τείνει να εκλείψει από τα animation σήμερα και προκαλεί ευθυμία άμα τη εμφανίσει του. Το συνήθειο όμως των δημιουργών του «Ice Age» να διακόπτουν την αφήγηση, παρεμβάλλοντας ολιγόλεπτες βινιέτες με πρωταγωνιστή τον Scrat, δίνει στις ταινίες της σειράς (ιδίως στα σίκουελ) τον χαρακτήρα σαββατιάτικου παιδικού τηλεοπτικού σόου. Η επιλογή της δημιουργικής ομάδας πίσω από το «Ice Age: Continental Drift» να ελαττώσει τη διάρκεια αυτών των διαλειμμάτων, ελαττώνει και την αποσπασματικότητα του φιλμ.

Στόχος του ταξιδιού των ηρώων είναι και αυτή τη φορά η επανένωση της οικογένειας. Μετά από μια αμήχανα μονταρισμένη εκκίνηση, οι ρυθμοί βελτιώνονται, τα αστεία βρίσκουν συχνά τον στόχο τους- με την ποσότητα εκείνων που αφορούν το πεπτικό σύστημα να παραμένει μεγάλη, δυστυχώς-, ενώ η μελοδραματικά επική διάθεση που χαρακτηρίζει τη σειρά παραμένει ακέραια. Το πολυπληθές σε χαρακτήρες καστ (ξεχωρίζει μια αγέλη από τρισχαριτωμένους κάστορες και ένας καθυστερημένος θαλάσσιος ελέφαντας με τη φωνή του Nick Frost) συνοδεύεται από μία αναλογικά υπερφορτωμένη ίντριγκα, με storylines για όλα τα γούστα.

Εκείνο που γίνεται φανερό όσο περνά η ώρα είναι πως η ιστορία αποτελεί την αφορμή για την εμπλοκή των ήδη αγαπημένων ηρώων σε μια σειρά από επεισοδιακού χαρακτήρα δοκιμασίες, προορισμένες να παράγουν όσο το δυνατόν περισσότερα gags. Κι αυτός είναι ο λόγος που η εν λόγω σειρά δεν άγγιξε (και κατά τα φαινόμενα δε θα αγγίξει ποτέ) τη δραματουργική υπεροχή των animation της Disney και της Pixar, που πήρε την σκυτάλη από την πρώτη στα μέσα των 90's. Για τους τελευταίους, ακόμα και όταν γυρίζουν μια συνέχεια μεγάλης επιτυχίας, η ιστορία αποτελεί τη γενεσιουργό αιτία, συνιστά την ραχοκοκαλιά της ταινίας (επιφανές παράδειγμα το «Τoy Story 3»). Και αν οι δημιουργοί της σειράς θεωρούν πως αυτή θα διεισδύσει σε εκείνη την κινηματογραφική κάστα με την απλή προσθήκη μουσικοχορευτικού ιντερλούδιου ντισνεϊκών καταβολών στη συνταγή, φοβάμαι πως κινούνται στη λάθος κατεύθυνση.

Alexandra
Αλεξάνδρα

alt

Η γιαγιά Aleksandra Nikolaevna μπαίνει στο τρένο και ταξιδεύει προς τη Τσετσενία. Πηγαίνει στο ρώσικο στρατόπεδο για να συναντήσει τον εγγονό της Denis που είναι ένας αξιοσέβαστος αξιωματικός. Στις λίγες μέρες της διαμονής της θα εξερευνήσει ένα διαφορετικό κόσμο. Ένα χώρο χωρίς γυναίκες, όπου στρατιώτες περιφέρονται σε ένα μουντό περιβάλλον και υπάρχει μια συνεχόμενη ανησυχία για το τι μπορεί να συμβεί ανά πάσα στιγμή. Εκεί θα συναντήσει ανθρώπους και θα μιλήσει με στρατιώτες αλλά και ντόπιους, θα ζήσει την καθημερινότητά τους και θα βοηθήσει με τον τρόπο της. Ο πόλεμος έχει τελειώσει, η ζωής πρέπει να συνεχιστεί.

Ο Sokurov είναι ένας από τους σημαντικότερους και πιο καταξιωμένους σκηνοθέτης στο κόσμο. Πρόκειται για ένα δημιουργό με ξεχωριστό όραμα που έχει προσφέρει πολλές ταινίες και ντοκιμαντέρ. Η Aleksandra ήταν υποψήφια για το Χρυσό Φοίνικα του φετινού Φεστιβάλ των Καννών όπου χειροκροτήθηκε από κοινό και κριτικούς. Στον πρωταγωνιστικό ρόλο συναντούμε το θρύλο της όπερας Galina Vishnevskaya. Ο Sokurov επισημαίνει πως η ταινία δεν θα γινόταν χωρίς αυτήν και πως ο ρόλος γράφτηκε ειδικά για αυτήν και τον διαμόρφωσαν μαζί. Η Vishnevskaya αποπνέει μια μεγάλη και δραματική εμπειρία ζωής και λιτά αποδίδει στην Aleksandra χαρακτηριστικά μια γνήσιας Ρωσίδας.

Στη ταινία δεν υπάρχουν πυροβολισμοί, ούτε άμεση απεικόνιση του πολέμου. Η κάμερα εστιάζει στα πρόσωπα, στο τι γίνεται μετά το πόλεμο και πως άνθρωποι και από τις δύο πλευρές προσπαθούν να αντεπεξέλθουν στη νέα διαμορφωμένη κατάσταση. Η Aleksandra βοηθά τους στρατιώτες και ανεβάζει το ηθικό τους αλλά ταυτόχρονα γίνεται εύκολα φίλη με συνομήλικες της στο τοπικό παζάρι αποδεικνύοντας πως δεν έχουν τίποτα να χωρίσουν.

Οι αργοί ρυθμοί του Sokurov μπορεί να φανούν κουραστικοί σε μέρος του κοινού και η ιστορία σχηματική. Μπορεί όμως κάποιος να θαυμάσει έναν δημιουργό που ξέρει τέλεια να χρησιμοποιεί την κάμερα, να πειράζει τα χρώματα και να παίζει με το φως. Μα πάνω από όλα μια καθαρά ανθρωποκεντρική ταινία, για την αξία της αλληλοκατανόησης και μια ατμόσφαιρα συγχώρεσης και αποδοχής που ισχύει όχι μόνο για την Τσετσενία, αλλά για κάθε μέρος που βίωσε ή βιώνει τον εφιάλτη του πολέμου.

Toy Story 3

alt

 

Με τον Andy να έχει πια μεγαλώσει και να ετοιμάζει βαλίτσες για το κολέγιο, τα παιχνίδια του αρχίζουν να αγωνιούν βάσιμα για την τύχη τους. Ο Woody (Tom Hanks), ο Buzz (Tim Allen), ο Rex (Wallace Shawn), το ζεύγος Potato Head και οι άλλοι ήρωες των παιδικών χρόνων του αφεντικού τους ελπίζουν πως δε θα τα ξεχάσει, αλλά τρέμουν μήπως βρεθούν σε κανένα κάδο σκουπιδιών. Όταν τελικά βρεθούν σε κάποιο παιδικό σταθμό ανάμεσα σε άλλα παρατημένα παιχνίδια, θα τους κακοφανεί μεν, θα έχουν όμως την ελπίδα ότι θα βρουν αγάπη στα χέρια παιδιών που τα έχουν ανάγκη. Ή μήπως όχι; Ή μήπως ο Andy δεν τα έχει για πέταμα, όπως νόμιζαν; Σε κάθε περίπτωση, η περιπέτεια αρχίζει και... αξίζει!

Pixar και Disney, συμπράττουν ξανά. Από το πρώτο «Toy Story» και το μακρινό 1995, έχει κυλήσει πολύ νερό στο αυλάκι. Η μεν Pixar προελαύνει από τη μία επιτυχία στην άλλη, η δε Disney έχει πλέον καταλάβει ότι χωρίς τη συνεργασία της πρώτης, τα projects της μοιάζουν καταδικασμένα στη μετριότητα.

Τι κι αν τα sequels σπανίως ξεπερνούν τις προηγούμενες ταινίες. Τι κι αν η υπόθεση κυμαίνεται σε γνώριμο μοτίβο και βασίζεται ως επί το πλείστον στους ίδιους - αγαπημένους κατά τα άλλα - ήρωες. Όταν η θαυματουργή ομάδα της Pixar αναλαμβάνει δράση, η επιτυχία θεωρείται εξασφαλισμένη. Με νέα πρόσωπα τη θρυλική Barbie και τον Ken, αλλά και μερικούς από τους πιο απρόσμενους κακούς που μπορείτε να σκεφτείτε, το γέλιο, η δράση και η συγκίνηση προσφέρονται απλόχερα για θεατές κάθε ηλικίας. Ακόμα κι αν έχετε απλώς μία ιδέα για το τι έχει προηγηθεί στα δύο προηγούμενα, το «Toy Story 3» δεν αφήνει κανένα απέξω. Χωρίς να φτάνει την ποιητική αλληγορία του «Wall-E» ή την ψυχογραφική διάθεση του «Up», η νέα δημιουργία των Pixar-Disney πατάει γερά πάνω στη λαχταριστή συνταγή των προηγούμενων επιτυχιών και παρά τα 15 χρόνια που έχουν περάσει από την αρχή της τριλογίας, αποδεικνύει ότι ο χρόνος το μπόλιασε με νέες ιδέες και οδήγησε στην ώριμη ολοκλήρωσή του. Ακόμα όμως κι όσοι δε γνωρίζετε τι έχει προηγηθεί, μην παραπλανιέστε από τη θεματική. Τόσο τα μικρά όσο και τα μεγάλα παιδιά έχουν κάθε λόγο να παίξουν άφοβα!

Το «Toy Story 3» εκτός από την μεταγλωττισμένη version, έρχεται και στην μοδάτη εκδοχή του 3D, για όσους όμως δεν ξεκινούν με τη λογική 'να δούμε κανένα 3D που βγήκε στο σινεμά', καλό είναι να το παρακάμψουν. Εξάλλου, στη μετά-«Avatar» εποχή, τα περισσότερα που κυκλοφορούν σε τρισδιάστατο, είτε έχουν γυριστεί με τον παραδοσιακό τρόπο και έχουν υποστεί μετέπειτα επεξεργασία, είτε δεν έχουν προσεχθεί τόσο, έτσι ώστε να μοιάζουν σαν να έχουν απλώς επεξεργαστεί. Οπότε στο ίδιο καταλήγουμε, ότι δηλαδή το οπτικό αποτέλεσμα δεν καθηλώνει και δεν προσθέτει τίποτα στην ταινία. Οπότε, αν έχετε αποφασίσει ότι ξεπεράσατε τον αντανακλαστικό εντυπωσιασμό για το 3D, καλό είναι να τον αφήσετε για κάπου που θα αξίζει περισσότερο και ασχοληθείτε με αυτό καθ' αυτό το «Toy Story 3». Σε όποιες διαστάσεις κι αν το δείτε, είναι απολαυστικότατο!

Cars 2
Αυτοκίνητα 2

alt

Ο Lightning McQueen, το κόκκινο αγωνιστικό αποφασίζει να διεκδικήσει την πρώτη θέση στο παρθενικό Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Αγώνων Αυτοκινήτου. Πρόκειται για μια σειρά από τρεις διαδοχικούς αγώνες ταχύτητας, οι οποίοι θα διεξαχθούν στις ειδικών απαιτήσεων πίστες του πολύβουου Τόκιο, της κοσμοπολίτικης παραθαλάσσιας Ιταλικής πόλης Πόρτο Κόρσα και του αριστοκρατικού Λονδίνου, και σκοπός τους είναι να αναδείξουν το κορυφαίο αγωνιστικό αυτοκίνητο του πλανήτη! Όμως, το πρώτο αυτό υπερατλαντικό τους ταξίδι, επιφυλάσσει στον Lightning McQueen και τον Mater που τον συνοδεύει μεγάλες εκπλήξεις, καθώς οι δυο τους θα βρεθούν αναπάντεχα μπλεγμένοι σε μια άκρως απόρρητη επιχείρηση εξάρθρωσης μιας διεθνούς σπείρας εγκληματιών.

Η Walt Disney και η Pixar ξαναζωντανεύουν τα αυτοκίνητα, αυτή τη φορά σε 3D εφευρίσκοντας ένα ταξίδι σε δύο ηπείρους και διάφορους νέους απίθανους (τετράτροχους) χαρακτήρες. Μόνο που εκτός από το Παγκόσμιο Γραν Πρι, στο στόρι έχουμε και την ενδιαφέρουσα ιστορία με πολυμήχανους υπερκατασκόπους και αδίστακτους κακοποιούς.

Rampart
Στα Όρια - 2011

alt

 

Στο Los Angeles του 1999 ο βετεράνος του Βιετνάμ David Brown (Woody Harrelson) είναι αστυνομικός στο τμήμα "Rampart". Βασική του αξία είναι η επιβολή της δικαιοσύνης με βάση τη δική του αίσθηση που συχνά ξεπερνά τη διαχωριστική γραμμή μεταξύ σωστού και λάθους. Όταν μια κάμερα θα τον καταγράψει να χτυπά έναν ύποπτο, ο Brown θα μπλέξει σε μια προσωπική δοκιμασία καθώς το σκοτεινό του παρελθόν βγαίνει στο φως. Παράλληλα ένα σκάνδαλο αστυνομικής διαφθοράς δημοσιοποιείται, δίνοντας το τελειωτικό χτύπημα στον κόσμο του Brown και σε όσα νόμιζε ως σταθερά. Ανάμεσά τους δύο πρώην σύζυγοι που "τυχαίνει" να είναι και αδερφές, δύο κόρες, ένας λάθος μέντορας και πλήθος ερευνητών...

Βασισμένο σε πραγματική ιστορία το σενάριο του «Rampart» γράφτηκε από τον ένα και μοναδικό James Elroy, τον συγγραφέα των θρυλικών βιβλίων (που μεταφέρθηκαν και στον κινηματογράφο) «The Black Dahlia» και «L.A. Confidential». Αλλωστε είχε στα χέρια του πρώτης τάξης υλικό καθώς το σκάνδαλο Rampart έφερε στο φως ένα απίστευτο κύκλωμα διαφθοράς ανάμεσα στους αστυνομικούς του ομώνυμου τμήματος στο Los Angeles, που θεωρητικά θα έπρεπε να ασχολούνται με την καταστολή του εγκλήματος των συμμοριών.

The Dinosaur Project 

alt

Μετά την εξαφάνιση μιας αποστολής εξερευνητών, δυο ψαράδες από το Κονγκό ανακαλύπτουν ένα σακίδιο σε ένα ποτάμι. Στο εσωτερικό του υπάρχουν κασέτες και σκληροί δίσκοι, με περισσότερες από 100 ώρες φιλμ. Το υλικό αφηγείται την ιστορία της εξαφάνισης της αποστολής. Μαζί με ένα τηλεοπτικό συνεργείο και κάμερες τελευταίας τεχνολογίας, η εξερευνητική ομάδα από την Βρετανική Κρυπροζωολογική Εταιρεία είχε ξεκινήσει, για να εντοπίσει το Mokele Mbembe, ένα μυθικό τέρας που θεωρείται ότι κατάγεται από τους δεινοσαύρους. Η αποστολή θα τελειώσει πριν καλά καλά ξεκινήσει, όταν το ελικόπτερο που τους μεταφέρει στο Κονγκό, θα συντριβεί στην καρδιά της κονγκολέζικης ζούγκλας. Αυτό που ακολουθεί είναι μια περιπέτεια για γερά νεύρα που θα μας γνωρίσει μυστηριώδη μέρη και προϊστορικά πλάσματα, άλλα άκακα και άλλα επικίνδυνα και μοχθηρά.

Το «Jurassic Park» συναντά το «Cloverfield» σε μια διαφορετική προσέγγιση... μιας ταινίας για όλη την οικογένεια. Το «The Dinosaur Project» πλασάρεται ως ένα καθηλωτικό θρίλερ δράσης και περιπέτειας με εντυπωσιακά οπτικά εφέ σε σκηνοθεσία Sid Bennett που, όπως φαίνεται από την έως τώρα καριέρα του, έχει μια ιδιαίτερη τάση προς τα προϊστορικά πλάσματα.

The Odd Life Of Timothy Green
H Παράξενη Ζωή Tου Τίμοθι Γκριν

alt

 

Ο Jim (Joel Edgerton) και η Cindy Green (Jennifer Garner) μαθαίνοντας από το γιατρό τους ότι δεν μπορούν να αποκτήσουν παιδί, αποφασίζουν να θάψουν στον κήπο τους ένα κουτί που μέσα έχει όλα όσα θα ήθελαν να έχει το παιδί τους. Ύστερα από μια εφιαλτική καταιγίδα κατά τη διάρκεια της νύχτας, ξυπνούν και βλέπουν το όνειρό τους να έχει γίνει πραγματικότητα: ένα παιδάκι ονόματι Tim (CJ Adams) βρίσκεται στο κατώφλι τους, φωνάζοντας τους "μαμά και μπαμπά". Ο Tim θα ξεπεράσει κάθε προσδοκία τους Και θα τους διδάξει πολύ περισσότερα απ' όσα είχαν φανταστεί.

Ο αμερικανός συγγραφέας και σεναριογράφος Peter Hedges, γνωστός για την ευαισθησία του προς την παιδική/εφηβική ηλικία και τις ιδιόμορφες οικογενειακές σχέσεις (σεναριογράφος των «About a Boy», που έφθασε στα Oscar, και «What's Eating Gilbert Grape») αναλαμβάνει χρέη σκηνοθέτη για τρίτη φορά με το «The Odd Life of Timothy Green». Το φιλμ βασίζεται σε μια ιστορία του Ahmet Zappa, γιου του γνωστού ροκ μουσικού Frank Zappa, και ο μαγικός ρεαλισμός της υπόσχεται να μας ταξιδέψει.

Savages
Αγριότητα

alt

Δύο επιστήθιοι φίλοι, ο Ben (Aaron Taylor-Johnson), πασιφιστής, και ο Chon (Taylor Kitsch), πρώην πεζοναύτης ασχολούνται με την τοπική επιχείρησή τους καλλιέργειας μαριχουάνας και έχουν την απόλυτη μεταμοντέρνα οικογένεια καθώς μοιράζονται και την ίδια γυναίκα, την Ο (Blake Lively). Η ονειρεμένη ζωή τους θα διαταραχθεί όταν η "βασίλισσα" μεγάλου μεξικανικού καρτέλ ναρκωτικών (Salma Hayek) και το "δεξί της χέρι" (Benicio Del Toro) θελήσουν να συνεργαστούν μαζί τους. Όταν η Ο απαχθεί από το καρτέλ, οι δύο εραστές θα κάνουν τα πάντα για να τη σώσουν.

Βασισμένο στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Don Winslow, ο οποίος συνυπογράφει το σενάριο, το «Savages» φέρει τη σκηνοθετική υπογραφή του πολυβραβευμένου Oliver Stone, ο οποίος επιστρέφει με μια περιπέτεια γεμάτη αίμα, σάρκα και ιδρώτα που υπόσχεται να ανεβάσει την αδρεναλίνη στα ύψη. Η ατραξιόν της ταινίας είναι αδιαμφισβήτητα το λαμπερό καστ της που συνδυάζει ανερχόμενα καυτά αστέρια και παλιό καλό "κρασί" ταραντινικής γεύσης. Μεγάλο ενδιαφέρον θα είχε να βλέπαμε και τις σκηνές με την Uma Thurman, ως μητέρα της Ο, που ωστόσο κόπηκαν από την τελική version.

California Dreamin'
California Dreamin'

alt

Κατά τη διάρκεια του πολέμου στο Κόσσοβο το 1999, ο σταθμάρχης του τοπικού σιδηροδρομικού σταθμού σ' ένα μικρό ρουμάνικο χωριό που τυχαίνει να είναι και ο τοπικός γκάνγκστερ, σταματά ένα τρένο του ΝΑΤΟ που μεταφέρει στρατιωτικό εξοπλισμό. Η μεταφορά, που επιβλέπεται από αμερικανούς στρατιώτες, γίνεται σε ρουμάνικο έδαφος χωρίς επίσημα έγγραφα και βασίζεται σε μια προφορική έγκριση της ρουμάνικης κυβέρνησης. Ο καιροσκόπος δήμαρχος θεωρεί την άφιξη των Αμερικανών ως μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να βγάλει χρήματα και έτσι διοργανώνει διάφορες ελκυστικές εκδηλώσεις. Και κάπως έτσι το μικρό χωριό μετατρέπεται στο χωριό των χιλίων ευκαιριών.

Το «California Dreamin'» είναι το κύκνειο άσμα ενός από τους πιο ανερχόμενους ρουμάνους σκηνοθέτες, του Cristian Nemescu, ο οποίος χάθηκε άδοξα το 2006 σε αυτοκινητικό δυστύχημα σε ηλικία μόλις 27 ετών, πριν μάλιστα καταφέρει να ολοκληρώσει το μοντάζ της ταινίας. Την αμέσως επόμενη χρονιά η ταινία, αφού ολοκληρώθηκε από τους συνεργάτες του, απέσπασε το βραβείο "Ένα Κάποιο Βλέμμα" στις Κάννες και πέντε χρόνια αργότερα προβάλλεται για πρώτη φορά και στην Ελλάδα. Σατυρικό και πνευματώδες αποτελεί μια από τις πιο χαρακτηριστικές ταινίες του βαλκανικού σινεμά.

Lawless
Παράνομοι

alt

Βρισκόμαστε στη Βιρτζίνια των ΗΠΑ την περίοδο της ποτοαπαγόρευσης. Στην επαρχία Franklin το λαθρεμπόριο αλκοόλ βρίσκεται σε άνθιση. Για τους αδελφούς Bondurant είναι μια εξαιρετικά επικερδής οικογενειακή επιχείρηση. Ο μεγάλος αδελφός Forrest, όντας ο αρχηγός και προστάτης της μικρής οικογένειας, παίρνει τις αποφάσεις, ο σκληρός Howard εκτελεί και ο φιλόδοξος Jack προσπαθεί να αποδείξει την αξία του και να ξεφύγει από τη σκιά των macho αδελφών του. Όμως ο ερχομός του διεφθαρμένου αστυνόμου Rakes από το Σικάγο ανατρέπει δραματικά τις ισορροπίες. Ολόκληρη η Πολιτεία υποτάσσεται στην εξουσία του, εκτός από τα τρία αδέλφια. Αψηφώντας το νόμο, διατηρώντας όμως ένα δικό τους κώδικα αξιών, καταφέρνουν να γίνουν οι μεγαλύτεροι λαθρέμποροι της περιοχής, συντηρώντας τον τοπικό μύθο περί "αθανασίας" των Bondurant.

Η ταινία βασίζεται στο βιογραφικό βιβλίο του Matt Bondurant με τίτλο ''The Wettest County In The World''. Tο σενάριο είναι διασκευή του πολυτάλαντου Nick Cave, όπως και η μουσική. Η συμμετοχή του στο σκηνοθετικό εγχείρημα του Αυστραλού John Hillcoat διαφαίνεται σε ολόκληρη την αισθητική του «Lawless». Πρόκειται για ένα γκανγκστερικό δράμα με βίαιες σκηνές, αλλά και αρκετό χιούμορ. Οι εν λόγω σκηνές ενδεχομένως να ενοχλήσουν κάποιους θεατές, αν και εναρμονίζονται πλήρως με το πνεύμα της περιόδου. Γενικά η ταινία χαρακτηρίζεται από την πιστή και εξαιρετικά ατμοσφαιρική αναπαράσταση της εποχής. Επίσης, αξιοσημείωτη είναι η ωραία φωτογραφία και η μεταφορά του γκανγκστερικού δράματος σε ένα βουκολικό περιβάλλον, έξω από το κλασικό αστικό τοπίο όπου συνήθως διαδραματίζεται.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη σχέση μεταξύ των τριών αδελφών, ιδίως του νεαρού Jack (Shia LaBeouf) με τους μεγαλύτερους, ο οποίος αν και ο λιγότερο σκληρός είναι ο μόνος που τολμά να αμφισβητεί την "πατριαρχική" εξουσία του Forrest (Tom Hardy), ενώ αντίθετα ο Jason Clarke που ενσαρκώνει τον Howard, πλάθει έναν χαρακτήρα βίαιο, λιγομίλητο και πειθήνιο απέναντι στις επιταγές της οικογενειακής παράδοσης. Εξαιρετικοί και οι τρεις ηθοποιοί. Επίσης, ενδιαφέρον παρουσιάζει η ερμηνεία του κακού της υπόθεσης (Guy Pearce), ο οποίος αγγίζει ηθελημένα τα όρια της καρικατούρας, θυμίζοντας τους κακούς των παλιών γκανγκστερικών ταινιών. Τους παραπάνω άρρενες ηθοποιούς πλαισιώνουν επάξια η Mia Wasikowska και η γοητευτική Jessica Chastain. Η τελευταία υποδύεται τη Maggie μία γυναίκα με αδιευκρίνιστο παρελθόν, η οποία καταφέρνει να προσεγγίσει το σκληρό και απόμακρο Forrest. Ενώ αισθητικά δημιουργεί την εικόνα μίας γυναικείας παρουσίας βγαλμένης από film noir, σεναριακά ο χαρακτήρας της επιτελεί μία εντελώς αντιθετική λειτουργία από τον καταστροφικό ρόλο της κλασικής femme fatale.

Εκτός από τις σχέσεις μεταξύ των ηρώων, η ταινία προβάλλει ιδιαίτερα το θέμα της διαφθοράς, της κατάχρησης εξουσίας και της ανθρώπινης σκληρότητας, τονίζοντας ιδιαίτερα την ηθική υπεροχή των παράνομων ηρώων απέναντι στο διεφθαρμένο εκπρόσωπο του νόμου. Τέλος, υπογραμμίζεται η ανάγκη αλληλεγγύης, διατήρησης της προσωπικής ανεξαρτησίας με κάθε τίμημα και φυσικά, για μια ακόμη φορά, το δικαίωμα στο αμερικάνικο όνειρο. Ακόμα κι αν αυτοί που το κυνηγούν δρουν έξω από τα πλαίσια του νόμου...

Silent House
Σιωπηλό Σπίτι

alt

Μια νεαρή γυναίκα, η Sarah (Elizabeth Olsen), μένει σε ένα ερημωμένο Βικτωριανό σπίτι στην εξοχή με τον πατέρα της και το θείο της, προσπαθώντας να το επιδιορθώσουν. Κάποια στιγμή, η Sarah θα αρχίσει να ακούει περίεργους θορύβους από τον πάνω όροφο, όμως όταν ο πατέρας της πηγαίνει να ελέγξει, δε βρίσκει τίποτα. Μετά από λίγο όμως η Sarah ακούει τον πατέρα της να πέφτει από τη σκάλα και εκείνη πανικόβλητη αντιλαμβάνεται ότι όλες οι έξοδοι είναι ασφαλισμένες και δε μπορεί να βγει. Πηγαίνει στο υπόγειο ελπίζοντας να βρει μια διέξοδο, και βρίσκει διάφορα πράγματα εκεί που αποδεικνύουν ότι κάποιος ζούσε στο σπίτι, πιθανότατα καταληψίες...

Θεέ μου, τι θρίλερ! Από που να αρχίσω και που να τελειώσω. Η πρώτη ταινία για την τότε άπειρη πρωταγωνίστρια Elizabeth Olsen (που αργότερα βελτιώθηκε, βλέπε «Martha Marcy May Marlene»), το σπίτι μάς θυμίζει καταφύγιο αναρχοκομμουνιστών, ο πατέρας και ο θείος είναι 'ηλίου φαεινότερον' πως μάχονται για το αιδοίο του σπλάχνου. Δυστυχώς, ως συνήθως, η αρχική όμορφη ατμόσφαιρα, με τον μυστηριακό σκοταδισμό ενός παλαιού σπιτιού που δημιουργεί ανατριχίλες, πάει περίπατο και αντικαθίσταται από τις συνεχόμενες σκέψεις που εισβάλλουν στο μυαλό των σκηνοθετών, αλλά και του θεατή, και που αργότερα όλες βγαίνουν πάνω κάτω αληθινές. Πνευματώδες! Το γύρισμα με χειροκίνητη κάμερα και η χρήση 'real time' υλικού και ενός ενιαίου συνεχόμενου πλάνου, είναι μια έκλαμψη των Chris Kentis και Laura Lau και μοιάζει πως το κάνουνε απλά για να το κάνουνε, χωρίς να έχουν βάλει πολλή σκέψη πάνω στην ιδέα και χωρίς να το έχουν δομήσει επαρκώς.

Πόσο γρήγορα πια μπορείς να κάνεις ένα remake; Μου φαίνεται πως σε λίγο καιρό οι αμερικανοτραφείς σκηνοθέτες θα πηγαίνουν αυτοπροσώπως στις πρώτες μέρες των γυρισμάτων μιας, ξενόγλωσσης για αυτούς, ταινίας και θα αρχίσουν να γυρίζουν ταυτόχρονα, λίγες μέρες αργότερα. Ούτε ένα χρόνο διαφορά δεν έχει το «Silent House» με το Ουρουγουανικής καταγωγής αδερφάκι' του «La Casa Muda». Πότε προλαβαίνουν άραγε;

Το σκηνικό λοιπόν θυμίζει αρκετά «Don't be Afraid of the Dark» με στοιχεία από «The Last House on the Left». Κάποιος θα μπορούσε να πει πως υπάρχουν λίγες ομοιότητες και με το «What Lies Beneath». Η πικρή και 'ελαφρώς θανατηφόρα' αλήθεια είναι πως όντως, στην αρχή η ταινία υπόσχεται πολλά και μαζί με την όλη παρουσίασή της σε κάνει να πεις "Εδώ είμαστε". Όμως αυτή η εμμονή να χαϊδέψεις το κοινό, πρώτον με το να κάνεις πράξη τις υποψίες του και, δέυτερον, με το να σκοτώσεις μόνο αυτούς που πρέπει, στέλνει στον κάλαθο των αχρήστων όποια αξιόλογη ιδέα μπορείς να έχεις. Όπως και να το κάνουμε, όσο κι αν λατρεύουμε να τα μισούμε και αν μισούμε να τα λατρεύουμε, θέλουμε καλές ταινίες θρίλερ/τρόμου. Πέστε το φετίχ ή όπως αλλιώς θέλετε. Όλα είναι χρήσιμα. Ακόμα και το «Silent House», μια πάρα πολύ καλή μισή ταινία...

Looper
Looper, Αντιμέτωποι Με Το Χρόνο

alt

Το έτος 2072, όταν η μαφία θέλει να 'ξεφορτωθεί' κάποιον, τον στέλνει 30 χρόνια πίσω στο παρελθόν του, όπου τον περιμένει ένας εκτελεστής. Έτσι το πτώμα είναι αδύνατο να εντοπιστεί από τις Αρχές. Ο Joe (Joseph Gordon-Levitt) είναι ένας από τους καλύτερους εκτελεστές με εγγυημένη επιτυχία στην περάτωση των καθηκόντων του. Μέχρι τη μέρα που διαπιστώνει πως ο άνθρωπος που αποστέλλεται από το μέλλον, για να εκτελέσει, είναι ο μελλοντικός του εαυτός (Bruce Willis).

Δύσκολα θα είχε γυριστεί το «Looper» σε μεγάλο στούντιο με όρους υπερπαραγωγής. Κάποιος παραγωγός θα προέτρεπε τον Rian Johnson ευγενικά ("ή κάνεις αυτό που σου λέω ή θα φροντίσω από εδώ και στο εξής να γυρίζεις τηλεταινίες με γατιά και τον Tony Danza") να περάσει "στο ψητό". Και "στο ψητό" για τη μέση, τυπική υπερπαραγωγή δράσης, σημαίνει να προχωρήσει στα set pieces και να παρατήσει τα κομμάτια, που θα κάνουν - κατά τη γνώμη του παραγωγού - το κοινό να βαρεθεί. Δηλαδή όλα εκείνα που απαρτίζουν τη δραματουργία. Ακόμα όμως κι αν υποθέταμε ότι έκανε πίσω και έδινε στο Rian Johnson ελευθερίες που παρέχονται μόνο σε ονόματα όπως o Spielberg, ο Cameron και εσχάτως ο Nolan, σε καμία περίπτωση δε θα του επέτρεπε να παραβεί έναν αυστηρά απαράβατο κανόνα της βιομηχανίας, απεικονίζοντας κάτι, που, αν "το δείξεις στην ταινία σου, το κοινό δε θα σου το συγχωρέσει ποτέ".

Ευτυχώς ο Johnson γύρισε την ταινία υπό την αιγίδα της ανεξάρτητης Endgame Entertainments (με τη συνδρομή κινέζικων κεφαλαίων). Έτσι του δόθηκε η δυνατότητα να πλάσει πολυδιάστατους χαρακτήρες που φέρουν βάρος συναισθηματικό, να χαμηλώσει τους ρυθμούς προκειμένου να θεμελιώσει τις σχέσεις ανάμεσα τους, να εντάξει στο φιλμ του θεματικές, όπως εκείνη της ανατροφής και των συσχετισμών της με την παραγωγή του κακού, και να δοκιμάσει να εντυπωσιάσει το κοινό, όχι με ομοβροντία καλοσχεδιασμένου CGI, αλλά με την αφηγηματική του δεινότητα. Κι εκείνος παρέδωσε ένα συναρπαστικό φιλμ διαρκών ανατροπών και εκπλήξεων, στο οποίο η διάθεση του θεατή απέναντι στους ήρωες αλλάζει με συχνότητα... «Psycho» (Ψυχώ). Για τα "δάνειά" του από επιφανείς τίτλους του genre δεν ντρέπεται. Αλλιώς δε θα ονόμαζε Sarah τον χαρακτήρα της Emily Blunt, ούτε θα επιστράτευε τον Bruce Willis (βουβά σπαραχτικός στη σπουδαιότερη ερμηνεία του φιλμ), τοποθετώντας τον σε μια κατάσταση στην οποία έχει ξαναβρεθεί στο φιλμικό του παρελθόν.

Αν η ταινία δεν κατορθώνει τελικά να πλασαριστεί στο ίδιο σκαλί του βάθρου με εκείνες στις οποίες αναφέρεται, είναι επειδή στο αξιαγάπητα ουμανιστικό φινάλε η ελπίδα θριαμβεύει έναντι της απόλυτης δυστυχίας, που έχει προηγηθεί, μέσω μιας συζητήσιμης, συμβιβαστικής σεναριακής επιλογής, που μοιάζει τεχνητή παρά φυσική εξέλιξη των πραγμάτων. Το σημαντικό όμως είναι ότι ο Rian Johnson παραδίδει σε κάθε νέα του κινηματογραφική εξόρμηση μια ταινία καλύτερη από την προηγούμενη. Η μεγάλη του στιγμή ίσως να μην είναι μακριά.

Autumn (Sonbahar)
Φθινόπωρο

alt

Ο Yusuf, έχοντας εκτίσει φυλάκιση δέκα ετών, αποφυλακίζεται για λόγους υγείας. Είχε συλληφθεί στα 22 του χρόνια όντας φοιτητής για πολιτικούς λόγους. Μετά την αποφυλάκισή του και μη έχοντας τι άλλο να κάνει, αποφασίζει να επιστρέψει στο χωριό του στη Μαύρη Θάλασσα. Εκεί τον υποδέχεται μόνο η ηλικιωμένη και άρρωστη μητέρα του. Ο πατέρας του πέθανε όταν ο Yusuf βρισκόταν στη φυλακή, ενώ η αδελφή του έχει παντρευτεί και βρίσκεται πλέον σε μεγάλη πόλη. Στο χωριό ο μόνος άνθρωπος με τον οποίον ο Yusuf κάνει παρέα είναι ο παιδικός του φίλος Mikail. Καθώς σταδιακά ο χειμώνας αντικαθιστά το φθινόπωρο, ο Yusuf γνωρίζει την Eka, μια κοπέλα από τη Γεωργία που έχει περάσει τα σύνορα για να κερδίσει χρήματα ως πόρνη, ώστε να συντηρήσει την μητέρα και την μικρή κόρη της που βρίσκονται πίσω...

Το «Autumn (Sonbahar)» του νεαρού Τούρκου δημιουργού Ozcan Alper κινείται στους βασικούς θεματικούς άξονες της αγάπης, του θανάτου αλλά και της πολιτικής. Η ταινία παρουσιάζει την κοινωνικοπολιτική κατάσταση στην Τουρκία τη δεκαετία του '90, συχνά με ύφος ντοκιμαντέρ και φαίνεται να εκθέτει με ειρωνεία την σκληρή πραγματικότητα της περιόδου. Κοινωνικοί παρίες, πλάνα μαγευτικά και επιβλητικά με λιτούς διαλόγους είναι τα βασικά συστατικά της ταινίας που άφησε καλές εντυπώσεις στο φεστιβάλ του Locarno το 2008.

The Bourne Legacy
Η Κληρονομιά Tου Μπορν

alt

Ένας δημοσιογράφος της Guardian δολοφονείται, ο Jason Bourne επιστρέφει στη Νέα Υόρκη και απειλεί να αποκαλύψει την συνωμοσία και την αλήθεια πίσω από το πρόγραμμα Treadstone ενώ στη CIA έχει σημάνει συναγερμός για να καλυφθεί η παράνομη επιχείρηση. "Ποτέ δεν υπήρξε μόνο ένας", το Treadstone είναι μόνο η κορυφή του παγόβουνου και κάτω από αυτή υπάρχουν και άλλα. Ο επικεφαλής των υπηρεσιών ασφαλείας των ΗΠΑ Eric Byer (Edward Norton) αποφασίζει τα "ρευστοποιήσει" όλα, με άλλα λόγια να σκοτώσει όλους τους εν ενεργεία πράκτορες της κυβέρνησης, για να εξαφανίσει τα ίχνη και τους δεσμούς μεταξύ τους. Ένας από αυτούς τους πράκτορες είναι o Aaron Cross (Jeremy Renner).

Το Bourne Legacy μπορεί να μην έχει τον Jason Bourne, όμως ξεκινάει κλείνοντας το μάτι στο θεατή: το σώμα ενός άντρα επιπλέει για λίγο στο νερό πριν ξεκινήσει να κολυμπάει. Είναι ο Cross που βρίσκεται σε μια άσκηση επιβίωσης στην Αλάσκα και όταν καταφέρνει να ξεγλιστρήσει από τον ιστό του Byer, αρχίζει την αναζήτηση. Όχι για την αλήθεια, αλλά για τα πολύτιμα φάρμακα του προγράμματος Outcome, τα οποία ενισχύουν τη φυσική και πνευματική του κατάσταση. Η αναζήτηση τον οδηγεί στην Δρ. Marta Shearing (Rachel Weisz), ιολόγο σε μια φαρμακευτική εταιρία που εμπλέκεται στα πειράματα του προγράμματος, η οποία επίσης αποτελεί στόχο των μυστικών υπηρεσιών.

Σε αυτό το ενδιαφέρον πλαίσιο γνωρίζουμε τον καινούργιο ήρωα της σειράς και η αλήθεια είναι ότι ο Jeremy Renner μπορεί να σταθεί ισάξια δίπλα στον Matt Damon. Έχει τη φυσική διάπλαση και την ευαισθησία που απαιτεί ο χαρακτήρας του, ενώ ταυτόχρονα σε ένα έξυπνο twist, τα κίνητρά του δεν είναι τόσο ευγενή. Η χημεία του με την Weisz είναι επαρκής και οι διάλογοι μεταξύ τους δίνουν ουσία στα βαθύτερα διλήμματα και τις αδυναμίες των χαρακτήρων με υφέρπουσα τρυφερότητα. Στον αντίποδα, ο "ηθικά αδικαιολόγητος και απολύτως απαραίτητος" Byer μένει ανεκμετάλλευτος σε ένα ρόλο που ο Norton θα μπορούσε να προσφέρει πολλά.

Ο σκηνοθέτης Tony Gilroy (ο οποίος είχε γράψει το σενάριο στα 3 προηγούμενα Bourne) γνωρίζει καλά το υλικό του. Ρεαλισμός, καταιγιστικές σκηνές δράσης, μάχες σώμα με σώμα, ευφυείς διάλογοι συνθέτουν το γνώριμο σύμπαν της κατασκοπευτικής περιπέτειας. Με έμφαση στη συνωμοσία και τη διαπλοκή που είναι πολύ μεγαλύτερη από όσο αρχικά νομίζαμε, ο Gilroy στήνει ένα δαιδαλώδες και έντονο πρώτο μέρος, με εναλλαγές ανάμεσα στο κλειστοφοβικό δωμάτιο επιχειρήσεων και εντυπωσιακές φυσικές τοποθεσίες. Η αλήθεια είναι ότι το «The Bourne Legacy» χωλαίνει λίγο στο δεύτερο μέρος όπου και κλιμακώνεται η δράση και θα μπορούσε να είναι λίγο μικρότερο σε διάρκεια, αλλά ταυτόχρονα δίνει άφθονο υλικό για μια νέα κι ενδιαφέρουσα τριλογία. Ίσως η πιο αδύναμη από τις 4 ταινίες, αλλά σίγουρα ότι καλύτερο έχουμε δει τα τελευταία χρόνια σε αυτό το είδος.

Killer Joe

alt

Ο μικροαπατεώνας -και όχι πολύ έξυπνος- Chris (Emile Hirsch) χρωστάει χρήματα σε έναν έμπορο ναρκωτικών ο οποίος του έχει δώσει μικρή διορία να ξεπληρώσει το χρέος του. Απελπισμένος απευθύνεται στον πατέρα του Ansel (Thomas Haden Church) ζητώντας βοήθεια. Εκείνος φυσικά δεν έχει το ποσό κι έτσι ο Chris του εξομολογείται το σχέδιό του: θα προσλάβουν τον Joe Cooper, έναν αστυνομικό που συμπληρώνει το εισόδημά του με άλλους τρόπους, για να σκοτώσει τη μητέρα του, ώστε να καρπωθούν τα χρήματα της ασφάλειας μέσω της αδελφής του Dottie (Juno Temple), η οποία είναι η μοναδική δικαιούχος. Ο Ansel συμφωνεί, στο κόλπο μπαίνει και η σύζυγός του Sharla (Gina Gerson) και το ραντεβού κανονίζεται. Υπάρχει μόνο ένα πρόβλημα. Ο Joe θέλει την αμοιβή του προκαταβολικά. Εφόσον όμως δεν υπάρχει ρευστό, συμφωνεί να κρατήσει την Dottie ως "ενέχυρο". Βασισμένο στο ομώνυμο θεατρικό του Tracy Letts (ο οποίος έχει γράψει και το σενάριο), το «Killer Joe» ξεκινάει με μια απειλητική καταιγίδα να μαίνεται, προάγγελος για τα σκοτεινή τροπή που πρόκειται να πάρει η υπόθεση πολύ σύντομα.

Από το σκηνοθέτη του «The Exorcist» (Ο Εξορκιστής) δεν περιμένεις τίποτα λιγότερο από μια ατμοσφαιρική, σφιχτοδεμένη ταινία, όμως καμία σύνοψη δεν μπορεί να σε προϊδεάσει γι' αυτό που πρόκειται να δεις. Βουτηγμένο στη βία και το μαύρο χιούμορ το «Killer Joe» ορίζει ξανά τι σημαίνει "white trailer trash" στον Αμερικάνικο Νότο και καταφέρνει με ένα αξιοθαύμαστο τρόπο να κρατάει τις ισορροπίες. Εκεί που το στομάχι σου αρχίζει να σφίγγεται από τη σκληρότητα των εικόνων, ξεσπάς στα γέλια, μετά επανέρχεσαι στο (σου)ρεαλιστικό σύμπαν των ηρώων και ο ρυθμός εναλλάσσεται χωρίς να γίνεται ποτέ κουραστικός.

Ο Friedkin, με κάμερα αντί για νυστέρι, αποδομεί πλήρως την οικογένεια και τους δεσμούς της, πετάει στη λάσπη το Αμερικάνικο όνειρο και κομματιάζει κάθε αίσθηση ευπρέπειας. Πέραν από τη σκηνοθετική μαεστρία, η ταινία βασίζεται στις θαρραλέες ερμηνείες όλου του καστ. Ειδικά ο Matthew Maconaughey σπάει σε χίλια κομμάτια την εικόνα του αξιαγάπητου ήρωα της ρομαντικής κομεντί μια και καλή, δίνοντας μια στιβαρή ερμηνεία και σχεδόν σε υπνωτίζει σε έναν ιδιαίτερα απαιτητικό ρόλο. Φέτος είναι η χρονιά του και στο δικό μας βιβλίο έχει στο τσεπάκι μια υποψηφιότητα, αν όχι το ίδιο το χρυσό αγαλματάκι. Το «Killer Joe» πιθανότατα δεν θα τύχει ευρείας αποδοχής, αλλά σίγουρα ανταμείβει πλούσια τους θεατές που είναι έτοιμοι για κάτι διαφορετικό και πιο σκοτεινό.

Resident Evil: Retribution
Resident Evil: Η Τιμωρία

alt

 

Ο φονικός ιός-Τ συνεχίζει να καταστρέφει τη Γη, μετατρέποντας τον ανθρώπινο πληθυσμό σε ζόμπι. Η τελευταία ελπίδα της ανθρωπότητας είναι φυσικά η Alice (Milla Jovovich), η οποία ξυπνά στην καρδιά του απόρρητου επιχειρησιακού κέντρου της Umbrella Corporation. Από εκεί ξεκινά μία πορεία που τη φέρνει από τη Νέα Υόρκη και το Τόκιο ως την Ουάσινγκτον και τη Μόσχα. Σταδιακά, θα αναιρέσει πολλά από όσα πίστευε και θ' ανακαλύψει περισσότερα για το μυστηριώδες παρελθόν της. Στην προσπάθειά της να κυνηγήσει τους υπεύθυνους της καταστροφής, η Alice θα έχει τη βοήθεια ορισμένων νέων συμμάχων αλλά και μερικών παλιών γνώριμων...

Το θρυλικό video-game της Capcom δίνει συνέχεια στην παρουσία του στις κινηματογραφικές οθόνες με την πέμπτη ταινία του saga. Ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος του πρώτου και του τέταρτου φιλμ, Paul W.S. Anderson, παραμένει στη θέση του. Φυσικά, το ίδιο ισχύει και για τη βασική πρωταγωνίστρια Milla Jovovich. Δίπλα της παραμένουν η Sienna Guillory (ως Jill Valentine) και ο Boris Kodjoe (ως Luther West), ενώ επανακάμπτουν εντυπωσιακά οι Michelle Rodriguez και Colin Salmon, οι οποίοι είχαν "φαγωθεί" από το πρώτο κιόλας «Resident Evil».

Όπως συνέβη και με το «Afterlife», έτσι και εδώ, το «Resident Evil: Retribution» γυρίστηκε σε 3D και συγκεκριμένα με την Red Epic κάμερα. Παρότι το βασικό γύρισμα έλαβε χώρα στον Καναδά και περιείχε αρκετό... στούντιο, η παραγωγή ταξίδεψε μέχρι τη Μόσχα, όπου και πραγματοποίησε γυρίσματα στην περίφημη Κόκκινη Πλατεία, για χάρη των οποίων οι γύρω δρόμοι χρειάστηκε να αδειάσουν για μία ολόκληρη μέρα.

Brave

alt

 

Στα κλασικά εικονογραφημένα παραμύθια που διαβάζαμε καθώς μεγαλώναμε, οι πριγκίπισσες ήταν συνήθως εύθραυστα, απροστάτευτα κοριτσόπουλα που ζούσαν μέσα στα λούσα και την πολυτέλεια, υποτάσσονταν στη θέληση των γονιών τους και παντρεύονταν το ιδανικό πριγκιπόπουλο που ερχόταν στο άσπρο άλογό του να τις σώσει, για να ζήσουν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα. Η Merida, ωστόσο, δεν είναι μια συνηθισμένη πριγκίπισσα. Και το «Brave» δεν είναι ένα συνηθισμένο εικονογραφημένο παραμύθι.

Η Merida είναι η πριγκίπισσα της Σκωτίας και είναι αναγκασμένη να ακολουθήσει τα πατροπαράδοτα έθιμα των Highlands: να παντρευτεί το πιο άξιο πριγκιπόπουλο από τις μεγάλες φατρίες της περιοχής, ώστε να διατηρήσει με τον τρόπο αυτό μονιασμένους τους υπηκόους της και να γίνει μια καθωσπρέπει σύζυγος και χαμηλών τόνων βασίλισσα δίπλα στον βασιλιά της. Μα η κοκκινομαλλούσα πριγκίπισσα ούτε θέλει να ακούει για γάμους και δεσμεύσεις. Το μόνο που θέλει είναι ένα τόξο, το πιστό της άλογο και την ελευθερία που της δίνει η άγρια φύση του τόπου της. Στην προσπάθειά της να ξεφύγει από τη δεσποτική μητέρα της και από το βάρος της κληρονομιάς που της δόθηκε, θα προσπαθήσει να το σκάσει αλλά και να δώσει ένα μάθημα σε όλους όσοι δεν την καταλαβαίνουν -και ιδίως στη μητέρα της- για να βρεθεί τελικά μπλεγμένη σ' ένα ξόρκι, τρομακτικό αλλά κι αποκαλυπτικό μαζί.

Αγριες κι εξημερωμένες αρκούδες, μαγεμένα δάση και πολλοί πολλοί ξεκαρδιστικοί Σκωτσέζοι συνθέτουν ένα πολύχρωμο και φωνακλάδικο μωσαϊκό, στο επίκεντρο του οποίου βρίσκεται μια πολύ δυνατή και πολυεπίπεδη σχέση μητέρας και κόρης αλλά και η δύναμη των παραδόσεων και της κληρονομιάς ενός ολόκληρου λαού.

Το «Brave» είναι μια ταινία κινουμένων σχεδίων που θα απολαύσουν περισσότερο τα παιδιά απ' ότι οι γονείς που τα συνοδεύουν. Αυτό, φυσικά, δεν είναι απαραιτήτως αρνητικό, αφού επιβεβαιώνει τον άγραφο κανόνα ότι οι ταινίες κινουμένων σχεδίων απευθύνονται σε μικρότερης ηλικίας θεατές. Για την Pixar όμως, αυτό το "μαγικό" κινηματογραφικό στούντιο που μας χαρίζει διαμάντια κατ' εξακολούθηση («Finding Nemo», «Ratatouille», «Wall-E», «Up»), ο συγκεκριμένος -αυθαίρετος - άγραφος κανόνας δεν είχε εφαρμοστεί ποτέ ως τώρα: οι ταινίες της έμοιαζαν να απευθύνονται κυρίως σε νοήμονες ενήλικες και παρεμπιπτόντως σε παιδιά.

Και μπορεί για το λόγο αυτό ένα πολύ καλό φιλμ, όπως το «Brave», να μοιάζει ελαφρώς απογοητευτικό σε σχέση με προηγούμενα φιλμ του συγκεκριμένου στούντιο, ωστόσο η επιστροφή στις ρίζες και στην παιδικότητα της Disney -θυγατρική της οποίας, εξάλλου, είναι και η Pixar- μας υπενθυμίζει ότι μερικές φορές η μαγεία των κινουμένων σχεδίων κρύβεται στα πιο βασικά υλικά: μια αρκούδα, μια πριγκιποπούλα κι ένα ξόρκι αρκούν για να ταξιδέψουν μικρούς και μεγάλους στα μαγεμένα δάση της Σκωτίας και να μας "φυλακίσουν" για δύο ώρες στο μαγικό κόσμο της φαντασίας μας.

The Expendables 2
Οι Αναλώσιμοι 2 - 2012

alt

 

Ο Barney Ross (Sylvester Stallone), ο Lee Christmas (Jason Statham), ο Yin Yang (Jet Li), ο Gunnar Jensen (Dolph Lundgren), ο Toll Road (Randy Couture) και ο Hale Caesar (Terry Crews) επανενώνονται, καθώς ο Mr. Church (Bruce Willis) προετοιμάζει τους Αναλώσιμους για μία φαινομενικά απλή αποστολή. Τα σχέδιά τους όμως πάνε στράφι όταν ένας από αυτούς δολοφονείται από τον Jean Vilain (Jean-Claude Van Damme). Έχοντας πλέον στο πλευρό τους δύο νέα μέλη, τους Billy the Kid (Liam Hemsworth) και Maggie (Yu Nan), οι Αναλώσιμοι καλούνται να σταματήσουν την απειλή που εγκυμονεί ένα θανάσιμο όπλο αλλά και να πάρουν εκδίκηση για τον χαμένο αδερφό τους.

Η πρώτη μεγάλη σύναξη όλων σχεδόν των χολιγουντιανών action heroes - παλιών και νέων - συνέβη πριν από δύο χρόνια με το πρώτο «The Expendables», ένα ευχάριστο "αναλώσιμο" προϊόν που από την αρχή ως το τέλος έμοιαζε με παρατεταμένο inside joke της κινηματογραφικής βιομηχανίας. Η υποδοχή του κοινού υπήρξε θετική αλλά όχι και πρωτοφανής, τουλάχιστον συγκριτικά με τα φιλόδοξα δεδομένα της παραγωγής. Ήρθε λοιπόν η ώρα που ένα sequel θα δυναμομετρήσει ασφαλέστερα το νέο εγχείρημα.

Μπορεί από το «The Expendables 2» να λείπει ο Mickey Rourke, οι νεοεισερχόμενοι όμως είναι περισσότεροι και το άκουσμά τους ξεσηκώνει τους οπαδούς των ταινιών δράσης. Οι cult φιγούρες Chuck Norris και Jean-Claude Van Damme δίνουν επιτέλους το παρών, ενώ ο πρώην κυβερνήτης της Καλιφόρνια, Arnold Schwarzenegger, συμμετέχει επισήμως πλέον και όχι uncredited, όπως συνέβη στο πρώτο φιλμ.

Ο Simon West («Con Air», «Lara Croft: Tomb Raider») αντικαθιστά στη σκηνοθετική καρέκλα τον Stallone, ο οποίος εκτός από τον πρωταγωνιστικό, συμμετέχει σταθερά στη σεναριακή ομάδα, παρέα με τους Dave Callaham (δημιουργός των χαρακτήρων), Ken Kaufman («Space Cowboys») και Richard Wenk («16 Blocks»).

Prometheus
Προμηθέας - 2012

alt

 

Έπειτα από μία σειρά σπουδαίων ανακαλύψεων στη Γη, μία ομάδα εξερευνητών πραγματοποιεί ένα τολμηρό ταξίδι στο διάστημα προς αναζήτηση των απαρχών της ανθρώπινης ύπαρξης, το οποίο την οδηγεί στις σκοτεινότερες γωνιές του σύμπαντος. Εκείνο όμως που συναντούν τελικά οι επιστήμονες είναι ικανό να σημάνει όχι μόνο το δικό τους τέλος, αλλά ολόκληρης της ανθρωπότητας, καθώς καλούνται να αναμετρηθούν με μία τρομακτική απειλή που ξεπερνά κάθε φαντασία και γνώση.

Ο Ridley Scott επιστρέφει (επιτέλους) στο είδος που συνέβαλε στον καθορισμό του, με ταινίες-σταθμούς όπως το πρώτο «Alien» και το «Blade Runner». Το «Prometheus» παίρνει τον γνωστό αρχαιοελληνικό μύθο που άπτεται του βαρύτατου τιμήματος της γνώσης και τον αναπτύσσει οπτικά και φιλοσοφικά στο σύμπαν της κλασικής σειράς των «Alien», τοποθετώντας χρονικά το στόρι σε ένα απροσδιόριστο σημείο πριν από τα γεγονότα της πρώτης ταινίας.

Πριν από οτιδήποτε άλλο, το φιλμ διακρίνεται για τις ιδανικές αναλογίες του. Στον "Προμηθέα", η αγωνία και η επιστημονική φαντασία τελούν μόνιμα υπό μία λεπτή ισορροπία τρόμου, καθώς ο Scott να εντάσσει μοναδικά στον πυρήνα μίας εμπορικής κινηματογραφικής παραγωγής μία σειρά από θεμελιώδη υπαρξιακά και φιλοσοφικά ερωτήματα. Τα σύγχρονα ψηφιακά εφέ εναρμονίζονται με την καθηλωτική, χειροποίητη δουλειά του Arthur Max, δημιουργού των κολοσσιαίων σκηνικών.

Οι κεντρικοί ήρωες της ταινίας - η "believer" επιστήμων Elizabeth Shaw (Noomi Rapace), ο πραγματιστής συνάδελφος και σύντροφός της Charlie Holloway (Logan Marshall-Green), το φιλοπερίεργο ανδροειδές David (Michael Fassbender) και η κυνική επικεφαλής της αποστολής Meredith Vickers (Charlize Theron) - συναπαρτίζουν ένα απρόβλεπτο κουαρτέτο χαρακτήρων που κρύβει πολλά και συχνά... ανατριχιαστικά μυστικά.

Την ίδια στιγμή ωστόσο, δε λείπουν ορισμένες χτυπητές αστοχίες, όπως η επιλογή του Guy Pearce στο ρόλο του μαθουσάλα εγκέφαλου της διαστημικής αποστολής, καθώς και οι γνώριμες παθογένειες του είδους του horror, όπως οι εξόφθαλμα αναλώσιμοι δευτερεύοντες χαρακτήρες.

Παρόλα αυτά, η δημιουργία μίας διάχυτα απειλητικής ατμόσφαιρας χωρίς την επιστράτευση του... επάρατου τρομάγματος, η εποικοδομητική σημασία στη λεπτομέρεια (π.χ. Σπουδαία δουλειά στο σχεδιασμό των εξωγήινων μορφών ζωής), η ντελιριακή κλιμάκωση, το φιλοσοφικό και υπαρξιακό υπόβαθρο που αναδεικνύεται μέσα από τη διερευνητική ματιά του Ridley Scott, οι ερμηνείες των φορτσάτων Rapace και Fassbender και φυσικά η breathtaking φωτογραφία του Πολωνού Dariusz Wolski, καθιστούν το «Prometheus» μία ξεχωριστή και ανανεωτική προσθήκη στη λίστα με τις σημαντικότερες σύγχρονες ταινίες sci-fi/horror.

Snow White And The Huntsman
Η Χιονάτη Και Ο Κυνηγός - 2012

alt

 

 

Η Κακιά Βασίλισσα (Charlize Theron) αντλεί τη δύναμή της από την ομολογουμένως ασύγκριτη ομορφιά της. Έλα όμως που όταν ρωτάει τον καθρέφτη της αν είναι η ομορφότερη του κόσμου, αυτός της βάζει ψύλλους στα αυτιά, αποκαλύπτοντάς της πως υπάρχει μία κοπέλα, η Χιονάτη (Kristen Stewart), η οποία απειλεί την κυριαρχία της. Έτσι, η Βασίλισσα αποφασίζει να στείλει άμεσα έναν κυνηγό (Chris Hemsworth) για να τη βγάλει από τη μέση, μόνο που εκείνος αλλάζει στρατόπεδο και μυεί τη Χιονάτη στα μυστικά του πολέμου, προκειμένου να τερματίσει μία για πάντα το βασίλειο του φόβου...

Ο πρωτάρης Rupert Sanders διασκευάζει μία από τις διασημότερες ιστορίες των αδερφών Grimm. Η Bella των «Twilight», η νεαρή Kristen Stewart, ντύνεται Χιονάτη και αναμετριέται σε ομορφιά και χάρη με την "περπατημένη" Charlize Theron, ενώ "κερδίζει" τόσο τον διώκτη της (Hemsworth) όσο και τον πρίγκιπα William (Sam Claflin) που έχει δαγκώσει από καιρό τη λαμαρίνα για χάρη της.

Τέρατα, CGI εφέ και εκτενείς σκηνές μάχης στα δάση συνοψίζουν το πλούσιο πακέτο της δράσης του «Snow White And The Huntsman», το οποίο όμως περνά σε δεύτερη μοίρα όταν βλέπεις τη Theron να αναδύεται από το μπάνιο με την κρέμα της σε μία σκηνή που πραγματικά καθηλώνει. Φυσικά, το ζητούμενο είναι το επικών διαστάσεων θέαμα να βρει τον τρόπο να διαφοροποιηθεί από τη σκιά των "Αρχόντων" που ακόμα βαραίνει κάθε ανάλογη παραγωγή.

Σε αυτή τη νέα παραλλαγή του παραμυθιού της Χιονάτης συμμετέχει ένας σκασμός ηθοποιών από το "Νησί": Bob Hoskins, Eddie Marsan, Nick Frost, Ray Winstone, Toby Jones, Ian McShane, Ray Winstone και άλλοι. Σημειώστε ακόμη πως στο σενάριο εμπλέκεται και ο Hossein Amini του αγαπημένου μας «Drive».

The Raven
Το Κοράκι - 2012

alt

 

Όταν μία μητέρα με την κόρη της βρίσκονται άγρια δολοφονημένες στη Βαλτιμόρη του 19ου αιώνα, ο ντετέκτιβ Emmett Fields (Luke Evans) διαπιστώνει πως η εκτέλεση του διπλού εγκλήματος έχει περιγραφεί λεπτομερώς σε μία από τις μυθοπλαστικές ιστορίες που έχουν δημοσιευτεί στην τοπική εφημερίδα και ανήκουν στον συγγραφέα Edgar Allan Poe (John Cusack). Καθώς όμως ο τελευταίος ανακρίνεται από την αστυνομία, ανακαλύπτεται και νέο θύμα, το οποίο έχει επίσης εκτελεστεί με τρόπο που παραπέμπει ευθέως σε μία ακόμα διάσημη ιστορία του. Καθώς είναι πλέον σαφές πως ο κατά συρροή δολοφόνος σκοτώνει με τα διηγήματα του Poe ανά χείρας, ο ντετέκτιβ ζητά τη βοήθειά του στη διαλεύκανση της υπόθεσης. Όμως δεν αργεί η ώρα που στο στόχαστρο του μακελάρη θα μπει ένα πρόσωπο από το στενό περιβάλλον του συγγραφέα, με τον χρόνο πλέον να κυλά αντίστροφα για τον Poe, προκειμένου να λύσει έγκαιρα το αιματηρό μυστήριο.

Ο John Cusack είναι ο Edgar Allan Poe, όπως μας πληροφορεί - ομολογουμένως ιντριγκαδόρικα - και το tagline του «The Raven», σε έναν ενδιαφέροντα φιλμικό συνδυασμό που επιχειρεί να συγκεράσει το εμπορικού προσανατολισμού θρίλερ με την τολμηρή γραφή του διάσημου Αμερικανού συγγραφέα.

Τη σκηνοθεσία υπογράφει ο James McTeigue, η "ανακάλυψη" των αδελφών Wachowski που γνωρίσαμε μέσα από το δημοφιλές «V For Vendetta» αλλά και την αιματοβαμμένη κλωτσοπατινάδα που ακούει στον διόλου ευφάνταστο τίτλο «Ninja Assassin». Το καστ διαθέτει τον υποτιμημένο αλλά ικανό John Cusack σε ένα ρόλο που ελπίζουμε να διασκεδάσει τις εντυπώσεις από την αλησμόνητη συμμετοχή του στο «2012» - ναι, ακόμα πονάμε όποτε το θυμόμαστε. Όσο για αυτούς που τον πλαισιώνουν, απ' όλα έχουμε: και "μορφές" τύπου Brendan Gleeson, και σκληρά αγόρια σαν τον Luke Evans, και δροσερά κορίτσια που τρέχουν να σωθούν απ' το δολοφόνο, σαν την Alice Eve.

Για να αφεθούμε όμως σε έναν πιο συνειρμικό συλλογισμό, υπάρχουν στιγμές στο «The Raven» που φέρνουν κάπως στο «From Hell», το οποίο βασίζεται στο ομώνυμο κόμικ του μέγα Alan Moore. Ένα άλλο δημοφιλές κόμικ του ωστόσο, το «V For Vendetta», έχει μεταφερθεί (πάντα χωρίς τη συναίνεση του δημιουργού του) στο σινεμά δια χειρός McTeigue, ο οποίος σκηνοθετεί τώρα το «The Raven». Για να δούμε λοιπόν αν ο McTeigue εμπνέεται κι εδώ από τον Moore...